Το τρομερά επιτυχημένο, ανθεκτικό στην εγκάρδια υπερβολή του Τρελού Θηριοτροφείου, χρονολογικά, υφολογικά και θεματικά κάπου ανάμεσα στα τρυφερότερα Νεανικά Συνθήματα και τις θεοπάλαβες Απίθανες Πτήσεις, δεν είναι καθόλου τυχαία περίπτωση, ούτε πυροτέχνημα στην αμερικανική κωμωδία. Με αρκετή δόση νοσταλγίας, αφού τοποθετείται σε μια παραβατική φοιτητική αδελφότητα το 1962, στο DNA του φέρει το σουρεαλιστικό, χαβαλετζίδικο πνεύμα του περιοδικού «National Lampoon», παραρτήματος του «Harvard Lampoon» και ανταγωνιστή του επίσης δημοφιλούς –και πιο γνωστού εκτός ΗΠΑ– «MAD magazine», και αποθεώνει την έξαρση μιας ανεκδοτολογικής, ακραίας πλάκας που προέκυψε ως αντίδραση στην έντονη πολιτικοποίηση της μετα-Βιετνάμ και Γουότεργκεϊτ Αμερικής και στη μιζέρια που δεν προσιδιάζει σε καμία έκφανση του American dream. Με μπροστάρη τον πρόωρα χαμένο Τζον Μπελούσι και καθαρές αλλά και οικείες –λόγω υψηλής τηλεθέασης– τις συγγένειες και τα δάνεια από το τότε φρέσκο «Saturday Night Live» (μόνο το εκκολαπτήριο του καναδικού SCTV το ανταγωνίστηκε σε παραγωγή έμψυχου ταλέντου), η κολεγιακού τύπου κοροϊδία οποιασδήποτε ακαδημαϊκής αυθεντίας σε σκηνοθεσία του Τζον Λάντις και σενάριο Χάρολντ Ράμις έφτιαξε παρέες και τάσεις που κράτησαν χρόνια και, είτε μας αρέσει είτε όχι, επηρέασε από το Porky’s και τα αμέτρητα Police Academy μέχρι τα επίσης ατελείωτα American Pie και Old School, εμπνέοντας μια αχαλίνωτη σωματική σάτιρα που ισοπεδώνει κάθε απόπειρα σοβαροφάνειας.