Από τον θάνατο του Μάικλ Τζάκσον μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει 17 χρόνια, ένα ντοκιμαντέρ για τις συναυλίες στην Ο2 Arena του Λονδίνου που δεν έγινε ποτέ, ανέκδοτο μουσικό υλικό που γέννησε μερικά άλμπουμ για να μην ξεχαστεί ο μύθος, αμέτρητες ιστορίες για ρεπορτάζ σχετικά με την προσωπική του ζωή και αναμονή για τη βιογραφική ταινία του. Όπως και στο Bohemian Rhapsody, τα τραγούδια του κυριαρχούν στο Michael και η πλοκή τα δένει δραματουργικά. Την άδεια έδωσε η οικογένεια, αφού η μητέρα του, η 95χρονη Κάθριν, έχει στην κατοχή της τα δικαιώματα, συνεπώς το αφήγημα ελέγχεται από τους ανθρώπους που τον αγαπούν, ανέκαθεν τον στήριζαν στα δύσκολα και επιθυμούν να διασωθεί ό,τι εκείνοι θεωρούν σωστό και πρέπον για έναν από τους μεγαλύτερους σούπερ σταρ που πέρασαν από τον πλανήτη, και, παρεμπιπτόντως, τον πιο ταλαντούχο από τους Jackson 5. Από εκεί ξεκινά η ιστορία του Μάικλ, όταν μεγάλωνε μαζί με τα αδέλφια του σε ένα φτωχικό σπιτάκι στο Γκάρι της Ιντιάνα, με τις ατελείωτες πρόβες στο στενό σαλόνι και τη δίψα για διάκριση. Επιβλητική φιγούρα στο φωνητικό συγκρότημα ο πατέρας, που όλοι, ακόμα και τα παιδιά του, αποκαλούσαν Τζόζεφ, ενώ η μητέρα υπέμενε στωικά, με ελάχιστη παρέμβαση – όπως επέβαλαν τα ήθη στα τέλη των ’60s. Μάνατζερ και δυνάστης, ο φοβιστικής όψης Τζο Τζάκσον ξέλυνε τη ζώνη του για ασήμαντη αφορμή και έδερνε ανελέητα τον ούτε 10 χρονών Μάικλ όποτε του ξέφευγε νότα ή έκανε τα δικά του, διατάζοντάς τον να τον κοιτάζει στα μάτια, για να εμπεδώνει τις οδηγίες του. Εκείνος τους έκλεισε τις πρώτες τηλεοπτικές και σκηνικές εμφανίσεις, εξασφάλισε το μεγάλο συμβόλαιο με τον Μπέρι Γκόρντι της Μοtown και φρόντισε η εικόνα των μαύρων αγοριών του, ανώδυνη και φιλική, να μην έχει τίποτε να ζηλέψει από τη λευκή ποπ της εποχής. Τέσσερα Νο1 τραγούδια, ρεκόρ για οποιοδήποτε act, νεανικές μπαλάντες και ρυθμικές αρμονίες γραμμένες από τους επαγγελματίες The Corporation, μαζί με σοφή δοσολογία σόουλ σε mainstream ακούσματα έκαναν τους Jacksons οικεία πρόσωπα, που ωστόσο ξεπεράστηκαν όσο η δεκαετία του ’70 έμπαινε σε πιο σύνθετα μονοπάτια. Η μετάβαση από τη «μαύρη» Motown στην πιο απρόσωπη οικογένεια της Sony, και πιο συγκεκριμένα στην Epic, δεν είχε την ίδια διείσδυση, και ουσιαστικά διευκόλυνε τον Μάικλ να αναζητήσει μια σόλο καριέρα για να δημιουργήσει τη δική του μουσική περσόνα και κυρίως να ξεκολλήσει από τα δεσμά του πατέρα. Το μοναδικό δραματικό μοτέρ μιας ταινίας που παρακολουθεί τον MJ να καρφώνεται στην τηλεόραση αντιγράφοντας ό,τι τον συνάρπαζε, από τον Φρεντ Αστέρ και τον Τζιν Κέλι ως το θρίλερ του Ρομέρο και φυσικά τον Μάγο του Οζ, αλλά και να διαβάζει εμμονικά τις περιπέτειες του Πίτερ Παν στη Χώρα του Ποτέ, μέχρι να ανασυνθέσει τις επιρροές του, μαζί με μια πιο street αντίληψη του τι κυκλοφορούσε εκεί έξω, πέρα από τον παραμυθένιο μικρόκοσμό του, είναι η αντιπαράθεση με τον Τζόζεφ. Όπως είχε πει ο λίγο μεγαλύτερος φίλος και συνάδελφός του στα χρόνια της Μοtown, Λάιονελ Ρίτσι, ο Μάικλ ήταν ανέκαθεν μια γέρικη ψυχή στο μυαλό ενός αισιόδοξου, υπερκινητικού αγοριού.
Οι υπόλοιποι διάλογοι μοιάζουν με απαραίτητες λεκτικές ανταλλαγές επουσιώδους σημασίας, μονής διάστασης, κλισέ και περιστασιακοί. Άραγε ήταν έτσι στην πραγματικότητα; Ο Μάικλ Τζάκσον θα μπορούσε να είναι στ’ αλήθεια ένα παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ, όπως ήθελε να διαδίδει, που μιλούσε και σκεφτόταν σαν ανώριμο πλάσμα προστατευμένο από ένα περιβάλλον που υπόγεια τον πλήγωνε, επιθυμώντας, όπως υποστηρίζει συχνά στην ταινία, να γίνει ο καλύτερος και διασημότερος καλλιτέχνης του πλανήτη και τίποτε άλλο. Μόνο που αυτό δεν μας δίνει καλό σενάριο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Κόλμαν Ντομίνγκο να δώσει διάσταση στο τέρας που μάλλον ήταν ο Τζόζεφ και να χαρίσει ανθρώπινη ανάσα στις αμαρτίες του.
Αυτό που πετυχαίνει ο Αντουάν Φουκουά της Ημέρας Εκπαίδευσης είναι η μεταμόρφωση του σεμνού παιδιού με την τρομερή φωνή σε ένα σκηνικό θηρίο, ένα ιερό τέρας των live εμφανίσεων και ταυτόχρονα έναν προσηλωμένο τραγουδιστή που βλέπουμε να απογειώνεται μπροστά στο μικρόφωνο και να δίνει ψυχή και σώμα στα γυρίσματα των βιντεοκλίπ του. Ενώ δεν του μοιάζει, ο ανιψιός του, ο Τζαφάρ Τζάκσον, γιος του μεγαλύτερου αδελφού του, Τζερμέιν, καταπλήσσει με την ακρίβεια της εκτέλεσης, χορογραφικά και σκηνικά, στην αποτύπωση των εκφράσεων και στο πνεύμα που ήταν τόσο χαρακτηριστικό και άρρηκτα συνδεδεμένο με τη σκηνοθετημένη παράσταση του Τζάκσον – στα τραγούδια που ακούμε, ένα μικρό ποσοστό της αληθινής φωνής του μιξάρεται με τα original φωνητικά του Μάικλ. Ειδικά στη σεκάνς του «Billie Jean», στα 25α γενέθλια της Motown, τότε που ο Μάρβιν Γκέι παραπονέθηκε ευγενικά πως έπειτα από τέτοια εμφάνιση κανείς δεν θα θυμόταν την ερμηνεία του στο «What’s going on», και είχε απόλυτο δίκιο, πρέπει να συγκρίνουμε το αυθεντικό footage σε split screen για να καταλάβουμε πως βλέπουμε όντως τον Τζαφάρ να λανσάρει παγκοσμίως το περίφημο «Moonwalk», με εκπληκτική έμφαση και στην παραμικρή λεπτομέρεια. Όλες οι μουσικές σκηνές είναι ηλεκτρισμένες, απογειωτικές, περίτεχνα σχεδιασμένες, ώστε να θυμίζουν αυτό που γνωρίζουμε, αλλά από ελαφρώς διαφορετική προοπτική, για να εξυπηρετούν τη μετάβαση στο επόμενο κεφάλαιο. Για παράδειγμα, το «Working day and night» με τον δηλωτικό τίτλο, που τραγούδησε με τα αδέλφια του στην αποχαιρετιστήρια συναυλία των Jacksons, γίνεται ο καταλύτης για να βρει το κουράγιο να κοντράρει τον Τζόζεφ, ο οποίος τον είχε αναγκάσει να μην εγκαταλείψει τις οικογενειακές υποχρεώσεις, παρά την τεράστια επιτυχία του ως σόλο καλλιτέχνη. Με λίγα λόγια, όταν το Michael ακούγεται, ξεσηκώνει μεταδοτικά, και όταν μιλάει, προκαλεί αμηχανία με την αφέλειά του.
Η ταινία στοίχισε πάνω από 150 εκατομμύρια δολάρια και λέγεται πως μέρος του προϋπολογισμού αφορά reshoots. Το τρίτο μέρος της ταινίας έθιγε την καταγγελία ενός από τα φερόμενα ως θύματα του Τζάκσον, αλλά οι παραγωγοί παρέβλεψαν μια ρήτρα που απαγόρευε οποιαδήποτε αναφορά στο όνομά του – μπορεί να ήταν ο Τζόρνταν Τσάντλερ, ίσως και όχι. Αντ’ αυτού, ενισχύθηκαν τα κομμάτια της αρχικής ιστορίας, που σταματά στην κυκλοφορία του «Bad». Έτσι, αντί η αφήγηση να ξεκινήσει από τη μέση, αποφασίστηκε να πιάσει το νήμα από την παιδική του ηλικία και να συνεχίσει ευθύγραμμα, χωρίς αναταράξεις, με μοναδικές αιχμές την πλαστική στη μύτη και τις αναφορές στη λεύκη που τον ταλαιπωρούσε από παλιά και στάθηκε μια καλή αφορμή για τον τεχνητό αποχρωματισμό του. Βέβαια, ούτε μια λέξη για την Τζάνετ Τζάκσον, η οποία, όπως και η κόρη του Μάικλ, η Πάρις, πήρε τις αποστάσεις της από το πρότζεκτ, επαινώντας ωστόσο το ταλέντο του Τζαφάρ, ούτε και για την Νταϊάνα Ρος, η οποία αποτέλεσε πρότυπό του, εμφανισιακά και ως ένα σημείο ερμηνευτικά. Οι τίτλοι τέλους υπόσχονται πως η HisStory θα συνεχιστεί (με την υποσημείωση πως αυτό θα συμβεί αν η πρώτη ταινία πιάσει τα 700 εκατομμύρια σε εισπράξεις, σύμφωνα με δημοσίευμα του «Variety»), και αν γίνει κάτι τέτοιο, προφανώς θα παρακολουθήσουμε την αγωνιώδη προσπάθεια του Μάικλ Τζάκσον να πείσει την κοινή γνώμη πως δεν έκανε τίποτε μεμπτό, και πάλι από τη σκοπιά της οικογένειας.







- Facebook
- Twitter
- E-mail
0