Ήδη από τη «Μαχαιριά», το έπος επιβίωσης ενός μουγγού Αρμένιου με φόντο το ολοκαύτωμα της φυλής του, ο Φατίχ Ακίν φαινόταν πρόθυμος να απολέσει τη λεπτότητα που διέκρινε τις πρώτες του δουλειές, το «Μαζί Ποτέ» και την «Άκρη του ουρανού», για να επιτεθεί μετωπικά στο θέμα και να δηλώσει απερίστροφα ποια είναι η μεγάλη εικόνα.

 

Στην προηγούμενη ταινία του, το «Χρυσό Γάντι», πελαγοδρόμησε στα σοκάκια του μακάβριου και παραδόθηκε στη σκοτεινιά μιας απεχθούς υπόθεσης που συγκλόνισε τη Γερμανία των ’70s, χάνοντας το δραματικό επίκεντρο.

 

Το «Χρυσάφι του Ρήνου» είναι μία ακόμη βιογραφία, σαφώς πιο συναρπαστική, ψυχαγωγική και γεμάτη ανατροπές, μια ιστορία που για να τηρήσει το αξίωμα «απίστευτη κι όμως αληθινή» δεν διστάζει να ξεκινήσει με τον πιο ακραιφνή ρεαλισμό και να μεταμορφωθεί σε ένα σχεδόν σπιλμπεργκικό τρενάκι φαντασίας, όπως περίπου διαδίδει ο αστικός μύθος για το διαβόητο απόθεμα χρυσού που εκλάπη και δεν βρέθηκε ποτέ.

 

Ο τουρκικής καταγωγής Γερμανός δημιουργός είναι ιδιαίτερα υπερήφανος για την τεράστια επιτυχία της ταινίας στη χώρα του, μια μικρή εκδίκηση του μεγάλου κοινού ενάντια στη μερίδα εκείνη των κριτικών που συντάσσονται με τη ρατσιστική παράδοση η οποία θέλει τους «μαυροκέφαλους», δηλαδή τους ξένους που συνήθως είναι σκουρόχρωμοι με μαύρα μαλλιά ‒χωρίς να εξαιρούνται οι υπόλοιποι μετανάστες‒, να είναι υποδεέστεροι.

 

Το παράδοξο είναι πως είχε στο μυαλό του μια τηλεοπτική μίνι σειρά για τον βίο και την πολιτεία της Μαρλέν Ντίτριχ με πρωταγωνίστρια την Νταϊάν Κρούγκερ, ένα πρότζεκτ που είχε όλα τα φόντα να γίνει πραγματικότητα, αλλά τελικά δεν συνέβη μέσα στην καραντίνα. Από κει συνέλαβε την ιδέα της κινηματογραφικής μεταφοράς της αυτοβιογραφίας του Γκιβάρ Χατζάμπι, ενός ράπερ γνωστότερου ως Xatar: το κοινό σημείο των δύο εντελώς διαφορετικών και με άλλη αφετηρία διάσημων προσωπικοτήτων είναι η θέση τους ως ξένων στη χώρα τους ‒ η Ντίτριχ είχε αυτοεξοριστεί στην Αμερική κατά τη διάρκεια του πολέμου και από κει έκανε ενεργή προπαγάνδα και δρούσε κατασκοπικά εναντίον του ναζισμού, διαρρηγνύοντας το τόξο της «γερμανικότητάς» της.

 

Ως outsider, ο Ακίν κατανοεί την ιδιόμορφη δράση του Χατζάμπι (τον υποδύεται πολύ πειστικά ο Εμίλιο Σακράγια), ενός Κούρδου που γεννήθηκε σε μια σπηλιά με νυχτερίδες, σώθηκε από το καθεστώς του Χομεϊνί, φυγαδεύτηκε μικρός στο Παρίσι και μετέπειτα στη Βόννη μαζί με τους γονείς του (ο πατέρας του ήταν συνθέτης μουσικής), οδηγήθηκε στην παραβατικότητα ως έφηβος στην Κολονία, ανδρώθηκε «στα πεζοδρόμια», για να προστατεύσει τον εαυτό του ως άλλος Τομ Χάρντι στο «Μπρόνσον», και κατέληξε κακοποιός στο Άμστερνταμ, σε καθημερινό αλισιβερίσι με τα ναρκωτικά, τις συμμορίες και τον θάνατο, πριν συλληφθεί και βασανιστεί στη Συρία ως ύποπτος κλοπής χρυσού, που ήταν ήδη προϊόν κλοπής από Γερμανούς!

 

Αυτό το τρελό οδοιπορικό χειρίζεται με γρήγορο τέμπο, αν και συχνά με απότομες αφηγηματικές στροφές, ο Ακίν, σπάζοντας συνεχώς τα φράγματα του μονοδιάστατου πορτρέτου. Το «Χρυσάφι του Ρήνου», μια αφομοιωμένη άσκηση στα κινηματογραφικά είδη, είναι ταυτόχρονα δράμα ενηλικίωσης, ενίοτε ρομάντσο μεταξύ μιας δύσπιστης κοπέλας και ενός νταή που σέβεται τη γυναίκα, ακόμη κι αν κάνει τα πάντα για να μην το δείχνει με τις επιλογές του, περιπέτεια με πολιτικά στοιχεία και ήρωα έναν περιθωριοποιημένο που δεν μπορούμε παρά να συμπαθήσουμε σε πείσμα της ανομίας του, ένα κυνηγητό φουλ στη δράση και στην κωμική βία που παραπέμπει στον Γκάι Ρίτσι της πρώτης περιόδου και, φυσικά, η δικαίωση ενός κοινωνικού «θηρίου», αφού περιγράφει γλαφυρά και εκτεταμένα τη γέννηση ενός σύγχρονου καλλιτέχνη, μεγαλωμένου στην ανέχεια και τον κίνδυνο ‒ xatar σημαίνει μαχητής των δρόμων, όπως αντίστοιχα η μητέρα του ήταν η μαχήτρια της ελευθερίας, ένα επίκαιρο κλείσιμο του ματιού σε όσα συμβαίνουν τώρα στο Ιράν. Και για να μη χαθεί ο θεατής σε μια γκανγκστερική πλοκή που ελίσσεται σαν παζλ και αλλάζει πόστα, το ζητούμενο του χαμένου (ή καλά κρυμμένου) θησαυρού παραμένει μέχρι τη φευγάτη αυλαία μιας ταινίας που ακόμη και για τα συνήθη μαξιμαλιστικά δεδομένα του Ακίν είναι ανεξάντλητη σε επινοήσεις και μετατοπίσεις, λαϊκή και αποτελεσματική στη φλέβα του δραματικού προβληματισμού του για την ιδεολογική σύγχυση και την κοινωνική αδικία στη σύγχρονη Ευρώπη.