Στο Christophers, ο Ίαν Μακέλεν δεν είναι ο καλός ψεύτης, ή ο κριτικός, όπως στις προηγούμενες ταινίες που είχε την ευκαιρία για μια πιο ψύχραιμη επίδειξη των απεριόριστων υποκριτικών δυνατοτήτων του, αλλά ο ζωγράφος Τζούλιαν Σκλαρ, ένας 85χρονος καλλιτέχνης, πικρόχολος και ακυρωμένος από μια κουλτούρα που δεν επιτρέπει πλέον την οξύθυμη συμπεριφορά του. Τα δυο αποξενωμένα παιδιά του, ατάλαντα και άφραγκα, προσλαμβάνουν μια συντηρήτρια έργων τέχνης για να πλαστογραφήσει τους θρυλικούς αλλά ημιτελείς πίνακές του με τίτλο «The Christophers». Η Λόρι αποδέχεται για προσωπικούς λόγους: δεν την ενδιαφέρει τόσο η αμοιβή όσο το ξεκαθάρισμα ενός παλιού λογαριασμού με τον άνθρωπο που κάποτε θαύμαζε, και με κάποιον τρόπο, πολύ δημόσιο και ταπεινωτικό, είχε πληγώσει τα όνειρά της. Θα ανταλλάξουν ευφυολογήματα και προσβολές μέσα στο σπίτι/ατελιέ του, που ο Στίβεν Σόντερμπεργκ, ένας κατά τεκμήριο οπαδός των ψυχρών ιστοριών, μετατρέπει σε θερμοκήπιο θυμού και μεταμέλειας, σε ένα ματς γρήγορου ρυθμού, που για τη Λόρι φωτίζει ένα μονοπάτι αισιοδοξίας σε μια παρατεταμένη, αναξιοπρεπή παρένθεση και δίνει στον αναπτερωμένο Τζούλιαν πνοή ζωής μετά από μια χρόνια χειμερία νάρκη. Τεχνίτης ολκής και μάστορας της κινηματογραφικής εξαπάτησης, ιδίως σε κλειστούς χώρους, ο Αμερικανός σκηνοθέτης κάνει το σφιχτό σενάριο του Εντ Σόλομον να κελαηδάει με αέρινους, χιουμοριστικούς διαλόγους που στάζουν φαρμάκι και αναδίδουν την αίσθηση ενός σοβαρού παιχνιδιού χωρίς σαφή κατεύθυνση. Η ανατροπή σε ένα μινόρε έργο σαν κι αυτό, από έναν σκηνοθέτη που συνήθως μας φιλοδωρεί με twist στην πλοκή, είναι ότι δεν είμαστε σίγουροι τι θα αποφασίσουν οι πεισματάρηδες πρωταγωνιστές του μέχρι το τέλος.







- Facebook
- Twitter
- E-mail
0