Ως Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, ο Μαριάνο ντε Σάντις κυριαρχεί απόλυτα στο Μεγαλείο του Πάολο Σορεντίνο. Αν και συντηρητικός χριστιανοδημοκράτης, χαίρει εκτίμησης στον διαδικαστικό του ρόλο από όλους τους χώρους, εκτελεί τα καθήκοντά του με τελετουργική ευλάβεια, προσέχει τους τρόπους και τη διατροφή του, διατηρεί την αυστηρότητα και τη σοβαρότητα που τον διέκρινε στη σταδιοδρομία του. Μοναδική του παρασπονδία τα τσιγάρα που κλέβει και καπνίζει στην αυλή, αν και δεν ξεφεύγει από το βλέμμα και τις παρατηρήσεις της αγαπημένης του κόρης που είναι η εξ απορρήτων σύμβουλός του και πιέζει τον αναβλητικό πατέρα της να υπογράψει ένα νομοσχέδιο για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας και την αίτηση χάριτος δύο ανθρώπων σε απόγνωση που καταδικάστηκαν για φόνο. Το τέλος της θητείας και η δύση μιας πλούσιας ζωής βρίσκουν έναν πιστό καθολικό και πρώην ανώτατο δικαστή σε υψηλή ηθική αμηχανία. Άτεγκτος και αλύγιστος, κανονικό μπετόν αρμέ, όπως ήταν το παρατσούκλι του στα χρόνια της ενασχόλησής του με το Ποινικό Δίκαιο, αμφιβάλλει για την ορθότητα μιας προοδευτικής απόφασης. Νοιάζεται για την υστεροφημία του, αλλά κυρίως τον βαραίνει η απώλεια της αγαπημένης του συζύγου. Σαράντα χρόνια μαζί κι ευτυχισμένοι, με έναν σημαντικό αστερίσκο: γνωρίζει πως τον απάτησε. Οργίζεται και θλίβεται στην ιδέα της προδοσίας, υποψιάζεται έναν συγκεκριμένο άνδρα, πολύ γνώριμο και κοντινό σε αυτόν, και συνδυάζει τον στοχασμό για το καλό της κοινωνίας με τα υπαρξιακά ερωτήματα που τον ζώνουν σαν φίδια και ενοχλούν τη μακάρια εικόνα τού τέλειου αρχηγού που έχει πλάσει μεθοδικά για τον εαυτό του. Ζητά τη γνώμη του Πάπα, που είναι και φίλος του, για το οριστικό τέλος και αμέσως μετά κάνει ανάκριση ως έμπειρος νομικός για να βρει τον ένοχο της συζυγικής προδοσίας, που θα αποκαλυφθεί σε άκυρη στιγμή από έναν άνθρωπο που δεν είχε ποτέ φανταστεί πως θα του έδειχνε τον δρόμο σε μια συμφιλιωτική συγκατοίκηση.

 

Μακριά (ευτυχώς) από τον flash ερωτισμό που έσπειρε απλόχερα στην Παρθενόπη μόλις πέρυσι, ο Πάολο Σορεντίνο πειράζει συνεχώς τον αποστειρωμένο βίο του Ντε Σάντις με ανατρεπτικές, απρόσμενες λεπτομέρειες. Είναι ανακουφιστικό για τον Τόνι Σερβίλο, ο οποίος βραβεύτηκε για την ερμηνεία του στο Φεστιβάλ Βενετίας, να ακούει ιταλική ραπ στα ακουστικά και να παρακολουθεί εμμονικά αστροναύτες να πλέουν χωρίς βαρύτητα, σαν να προπονείται για να απαλλαγεί από το δικό του άχθος. Μετά την ημίωρη εισαγωγή στον σπαρτιάτικο μικρόκοσμο του βλοσυρού Προέδρου, η κλεψύδρα του λιγοστού χρόνου που απομένει αναποδογυρίζει, για να έλθει η –ασυνήθιστα εγκρατής για τα δεδομένα του Ιταλού σκηνοθέτη– κινηματογραφική ανταμοιβή της εκ βαθέων γνωριμίας με έναν χαρακτήρα που κρύβει αγάπη και συμπόνια, σε ένα μεστό πορτρέτο, αν και με κάποιες επαναλήψεις στη στυλιζαρισμένη διατύπωσή του.