Πίσω από το Django βρίσκεται ένας άνθρωπος που επί είκοσι και βάλε χρόνια προσπαθεί να καταλάβει τι κάνει ένα παγωτό πραγματικά καλό. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός, αλλά πολύ γρήγορα μετέφερε τη λογική των κατασκευών στα βρώσιμα υλικά. «Έμαθα να ισορροπώ δυνάμεις σε δοκάρια και μπετά και μετά προσπάθησα να κάνω το ίδιο με το γάλα, τα φρούτα και τη ζάχαρη», λέει.
Από μικρός είχε εμμονή με τη γεύση, με το τι κάνει κάποια πράγματα «υπερβολικά νόστιμα» και κάποια άλλα όχι. Την απορία του αυτή επιχείρησε να λύσει μέσω του παγωτού: «Πέρασα αμέτρητες ώρες δοκιμάζοντας φρούτα και ψήνοντας ξηρούς καρπούς και κατάλαβα πως η φύση δεν είναι φωτοτυπικό μηχάνημα. Δεν υπάρχουν δύο ίδιες φράουλες».
Όταν ξεκίνησε το 2005 ήταν μόλις 18 χρονών, με μακριά μαλλιά, τζίβες και μια post-rock μπάντα. Η δουλειά σε παγωτατζίδικο έμοιαζε σχεδόν με φυσική συνέχεια αυτής της περσόνας. «Τότε το παγωτό ήταν εύκολη δουλειά: just add milk or water. Όλα τα υπόλοιπα ήταν έτοιμα». Ήξερε ήδη να μαγειρεύει καλά. Ο πατέρας του, αρχιτέκτονας και φανατικός μάγειρας, τον είχε μάθει από μικρό να ψήνει ακόμη και σε ξυλόφουρνο, ενώ η μητέρα του έφτιαχνε γλυκά που είναι σημείο αναφοράς για εκείνον. «Κάτι μάς έτρωγε, θέλαμε να κάνουμε το παγωτό καλύτερο».
Τα χρόνια των σπουδών στην Αγγλία άλλαξαν τον τρόπο που έβλεπε το φαγητό. Παρακολουθούσε τον Τζέιμι Όλιβερ να προσπαθεί να αλλάξει τη βρετανική κουζίνα και ανακάλυπτε μικρά μαγαζιά που έφτιαχναν καθημερινά φρέσκο προϊόν με καθαρές πρώτες ύλες. «Μιλούσα με τους chef patron ως “παγωτατζής”, αλλά πιο πολύ με ενδιέφεραν οι παραγωγοί που έφερναν κάθε πρωί τα καφάσια τους».
«Εμείς, οι παγωτατζήδες, είμαστε τα φτωχά αδελφάκια της γαστρονομίας, κανείς δεν μας θεωρεί μέρος της ή, έστω, σεφ, κανείς δεν μας δίνει βραβεία, παρότι το παγωτό είναι μια πολύ απαιτητική τέχνη».
Το 2012 το Django πέρασε ολοκληρωτικά στα χέρια του και τότε έγινε η πραγματική επανεκκίνηση. «Είχα μηδενικές γνώσεις, εμπειρίες, αλλά είχα επιστημονική μέθοδο». Αποφάσισε να ξαναχτίσει το παγωτό από το μηδέν, χωρίς βιομηχανικά πρόσθετα, ψάχνοντας αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «το πιο καθαρό και ισορροπημένο παγωτό». Και αυτή η αναζήτηση συνεχίζεται ακόμη.
Δεν πιστεύει ιδιαίτερα στον όρο «παραδοσιακό». «Δεν υπάρχει ορισμός ή πιστοποίηση. Ο καθένας μπορεί να γράψει “παραδοσιακό”, αλλά κανείς δεν ξέρει τι σημαίνει». Αντίθετα, τον ενδιαφέρει η ιστορία του παγωτού ως μέρους της ελληνικής γαστρονομίας. Αναφέρει συχνά πως το λουκούμι θεωρείται αυθεντικά συριανό, ενώ το παγωτό αντιμετωπίζεται ακόμα ως κάτι ξενόφερτο, παρότι υπάρχουν αναφορές για παγωτά στη Σύρο ήδη από το 1835. «Θα ήθελα κάποια στιγμή το παγωτό να αποδειχθεί κομμάτι της ελληνικής παράδοσης».
Πίσω όμως από όλη την τεχνική αναζήτηση, για εκείνον υπάρχει κυρίως η ηθική. «Δεν ήθελα να σερβίρω χημικά σε παιδιά. Ήθελα να φτιάξω το καλύτερο παγωτό στον κόσμο». Μέσα από χρόνια έρευνας ανακάλυψε πως αυτό που θεωρούσε καινοτομία ήταν στην πραγματικότητα επιστροφή σε μια χαμένη τέχνη. «Παγωτό σαν αυτό έφτιαχναν όλοι οι παγωτατζήδες για αιώνες, μέχρι να μπουν τα βιομηχανικά πρόσθετα γύρω στο 1920».
Για τον ίδιο, το αληθινό παγωτό είναι κάτι ζωντανό και εύθραυστο: «Πρέπει να έχει διάρκεια μία μέρα». Τελικά, όπως λέει, το καλό παγωτό δεν είναι μόνο θέμα γεύσης αλλά και στάσης απέναντι στην κοινωνία, την υγεία και την ίδια την πρώτη ύλη. Ακόμη και η παραγωγή χρειάζεται μέτρο. «Πρέπει να υπολογίζουμε σωστά τις ποσότητες ώστε να μην έχουμε food waste».
Κι ενώ τα πρωινά ζούσε ανάμεσα σε γάλατα, φρούτα και παγωτομηχανές, τα βράδια έπαιζε ρεμπέτικα σε κουτούκια της Σύρου. Λαϊκή κιθάρα και φωνή. «Ήταν η ψυχοθεραπεία μου», λέει. Οπότε, κάπως έτσι κύλησαν τα χρόνια: το πρωί παγωτατζής και το βράδυ ρεμπέτης.
Το 2021 άνοιξε το κατάστημά του Django στο Κουκάκι, φτιάχνοντας και σερβίροντας ο ίδιος παγωτό από το πρωί μέχρι το βράδυ. Την ίδια περίοδο στην Αθήνα γυριζόταν η σειρά «Tehran» του Apple TV+ και αρκετοί άνθρωποι της παραγωγής περνούσαν από το Django. Ανάμεσά τους έτυχε να είναι και ο παραγωγός και σκηνοθέτης Γιαν Φίσερ Ρομανόβσκι, ο οποίος έτυχε να είναι εκείνες τις μέρες στην Αθήνα.
«Στην αρχή ερχόταν όλο το cast της “Τεχεράνης”. Εκείνος έψαχνε βαρύ αμερικανικό παγωτό στην Αθήνα και αφού δεν βρήκε, είπε να δώσει μια ευκαιρία και στο Django. Όταν δοκίμασε, είπε πως δεν έχει φάει ποτέ καλύτερο παγωτό στη ζωή του».
Αυτό ήταν η αρχή μιας αναπάντεχης σχέσης. Ο Ρομανόβσκι επέστρεφε ξανά και ξανά στο μαγαζί, κάνοντας στον Κωνσταντίνο ατελείωτες ερωτήσεις για το παγωτό, τη φιλοσοφία και τη ζωή του. «Κάναμε δύο calls στα οποία με ρωτούσε όλο και πιο προσωπικά πράγματα. Κάποια στιγμή σκέφτηκα: “Τι φάση τώρα αυτός;”». Λίγο αργότερα ήρθε η πρόταση για την ταινία. Η αρχική ιδέα ήταν ένα γαστρονομικό ντοκιμαντέρ γύρω από το παγωτό και τα ελληνικά προϊόντα.
Το καλοκαίρι του 2021 ξεκίνησαν τα πρώτα γυρίσματα, τo scouting: «Ήρθε ο Yan με τον φίλο του David Bourla, Ελληνοαμερικανό σκηνοθέτη του Χόλιγουντ, με μια κάμερα στο χέρι και αρχίσαμε να γυρίζουμε σκηνές. Πήγαμε να κάνουμε γυρίσματα στη Δήμητρα Τσακίρη στο Κιβέρι Αργολίδας, στους Kakau Worship, στη Σύρο, όπου παίξαμε και ρεμπέτικα, μαζέψαμε και κάνα δυο αχινούς στη θάλασσα, κάναμε και δυο-τρεις ώρες συνεντεύξεις και αυτό ήταν. Είχαμε κάπου στις τριάντα ώρες γυρίσματα. Ήταν όλα λίγο έτσι, μπάχαλο. Από εδώ παραγωγοί, από εκεί ρεμπέτικα, αχινοί, λίγο “επανάσταση”, λίγο “να δούμε τι θα βγει”. Δεν υπήρχε δομή, δεν υπήρχε story, απλώς γυρνούσαμε διάφορα. Εκεί φάνηκε κιόλας ότι δεν υπήρχε ταινία ακόμα.
Κρατήσαμε επαφή και μου έλεγε τι ιδέες του κ.λπ. Σε κάποια φάση, περίπου τον Φλεβάρη του 2022, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: “Λυπάμαι πάρα πολύ, αλλά δεν υπάρχει ιστορία. Δεν μπορούμε να βγάλουμε ταινία”. Σκέψου μια γεύση, το φιστίκι ας πούμε, κι εγώ θα έρθω πάλι με μια κάμερα, θα πάμε στην Αίγινα, θα μαζέψεις ό,τι χρειάζεσαι και θα το φέρεις στο Django της Αθήνας, θα φτιάξεις παγωτό και εγώ θα σου κάνω δώρο ένα βίντεο να το ανεβάσεις για YouTube για marketing».
Ήταν σαν να πάθαινα εγκεφαλικό –μια παράξενη αίσθηση–, γιατί εγώ δεν αναζήτησα ποτέ μου την προβολή· ξαφνικά ξενέρωσα. Έτσι έκατσα και σκέφτηκα μια ιστορία που ίσως και να συγκινούσε τον κόσμο του Χόλιγουντ.
Η ιδέα ήταν σχεδόν σουρεαλιστική. Οι αρχαίοι ελληνικοί θεοί, εν έτει 2026, κάθονται στον Όλυμπο και αναρωτιούνται γιατί όλοι έχουν followers εκτός από εκείνους. «Αμβροσία τάξαμε, αμβροσία δεν δώσαμε», λένε τελικά και αποφασίζουν να στείλουν τη συνταγή της αμβροσίας στη Γη. Ο Δίας την παραδίδει στον Ερμή, που καλείται να τη δώσει «στον πρώτο βλάκα που θα βρει». Και κάπως έτσι ξεκινά ένα ταξίδι στην Ελλάδα για να βρεθούν υλικά που υπάρχουν αναλλοίωτα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ένα ταξίδι ανάμεσα στη μυθολογία, τη γαστρονομία και την ελληνική ύπαιθρο. Την επόμενη μέρα, το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. «Μου είπε: “Έχουμε ταινία. Το καλοκαίρι έρχομαι με 15 άτομα crew”».
Έτσι γεννήθηκε το «Gelato for the Gods». Ένα γαστρονομικό ντοκιμαντέρ που μπλέκει την ελληνική μυθολογία με την αναζήτηση της απόλυτης γρανίτας. «Κάπως σαν αρχαία κωμωδία», όπως το περιγράφει ο ίδιος. Στην ταινία, οι θεοί λειτουργούν σαν αντίπαλοι που του βάζουν συνεχώς εμπόδια, ενώ εκείνος περιπλανιέται στην Ελλάδα σαν ένας «Οδυσσέας-Δον Κιχώτης».
Αυτή η ταινία είναι, μεν, το πρώτο διεθνές γαστρονομικό ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους με επίκεντρο το παγωτό μεν, όπως λέει, αλλά αναδεικνύει τα φοβερά πράγματα που παράγουμε, το γεγονός ότι έχουμε έναν πρωτογενή τομέα με κάποια πολύ premium προϊόντα.
«Θα δείξουμε και τους αγρότες μας, θα βάλουμε και λίγο επανάσταση, κι έτσι θα δέσει το γλυκό. Έτσι ξεκινάω με την ομάδα ένα ταξίδι στην Ελλάδα για να βρω υλικά που υπάρχουν σήμερα, αλλά υπήρχαν και στην Αρχαία Ελλάδα, παραγωγούς που ασχολούνται με τέτοια προϊόντα, το ίδιο παθιασμένους με μένα. Ήταν μια πραγματική πρόκληση που έθεσα στον εαυτό μου καθώς δεν ήξερα αν υπάρχει κάτι τέτοιο ή πού θα το έβρισκα».
Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό δυσκολεύτηκε τόσο να βρει χρηματοδότηση. «Από φορέα του ελληνικού Δημοσίου μάς είπαν: “Έχουμε πολύ σημαντικότερους σεφ αν θέλετε να κάνετε ταινία”. Από αλλού: “Δεν έχεις αρκετούς followers”».
Η ταινία ολοκληρώθηκε έπειτα από τέσσερα χρόνια, κυρίως χάρη σε ανθρώπους από το εξωτερικό που πίστεψαν στο πρότζεκτ. «Εμείς οι παγωτατζήδες είμαστε τα πιο φτωχά αδελφάκια της γαστρονομίας», λέει γελώντας. Κάπως έτσι βλέπει και την ίδια την ταινία, «σαν το δικό του αστέρι Michelin». Γιατί όπως υποστηρίζει: «Εμείς, οι παγωτατζήδες, είμαστε τα φτωχά αδελφάκια της γαστρονομίας, κανείς δεν μας θεωρεί μέρος της ή, έστω, σεφ, κανείς δεν μας δίνει βραβεία, παρότι το παγωτό είναι μια πολύ απαιτητική τέχνη».
Το «Gelato for the Gods» θα προβληθεί τον Ιούνιο σε μια ιδιωτική προβολή στο ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης». Άλλη μία θα γίνει στη Σύρο μέσα στον Ιούνιο. Έπειτα θα διανεμηθεί σε διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου και θα καταλήξει σε μία από τις πολύ γνωστές πλατφόρμες.
Credits:
Παραγωγός - σκηνοθέτης: Yan Fisher Romanovski
Σεναριογράφος - σκηνοθέτης: Omni Rose
Κάμερα - διευθυντής φωτογραφίας: David Bourla
Διευθυντής φωτογραφίας: Gatis Grinbergs
Ήχος: Γιώργος Αλεξανδρόπουλος
Παραγωγός: Ksenia Boisvert
Τη μουσική για την ταινία την έχει γράψει ο Ermis, ο Κωνσταντίνος Καρακατσάνης συμμετέχει στα φωνητικά. Στην παραγωγή συμμετέχει η Play Productions.