Στην καρδιά των άγριων και απόκοσμων ορεινών τοπίων του νότιου Μαρόκου, ένας πατέρας και ο γιος του ξεκινούν μια απεγνωσμένη αναζήτηση. Πηγαίνουν σε ένα ρέιβ πάρτι για να βρουν την κόρη και αδελφή αντίστοιχα, η οποία έχει χαθεί μυστηριωδώς πριν από μήνες σε ένα παρόμοιο πάρτι. Ωθούμενοι από τη μοίρα, αποφασίζουν να ακολουθήσουν μια ομάδα ρέιβερ στην αναζήτηση ενός τελευταίου πάρτι που θα γίνει στην έρημο, με την ελπίδα να είναι εκεί.

 

Μια κινηματογραφική κινούμενη άμμος, μια πρωτότυπη προσέγγιση του τέλους του κόσμου στην άνυδρη απομόνωση, που δεν θα μπορούσε να μη συνοδεύεται από ψυχεδελική ανακούφιση στην ατελέσφορη αγωνία, η οποία εκπλήσσει τον θεατή όσο και τους πρωταγωνιστές.

 

«Σιράτ» στο Κοράνι είναι η γέφυρα που χωρίζει τον Παράδεισο από την Κόλαση, λεπτή σαν κλωστή και κοφτερή σαν μαχαίρι. Η αναφορά στο ξεκίνημα μιας από τις πιο παράξενες και απροσδόκητης εξέλιξης ταινίες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια περνά απαρατήρητη ώσπου να επανέλθει μετ’ επιτάσεως και κρότου στον δραματικό επίλογο.

 

Στο μεταξύ, ο Λουίς (ο Σέρχι Λοπέζ) συνοδευόμενος από τον νεαρό γιο του, Εστεμπάν, ψάχνει την εξαφανισμένη κόρη του, Μαρ, στις ερήμους του νότιου Μαρόκου, ρωτώντας δεξιά κι αριστερά ρέιβερ που είναι εκεί αποκλειστικά για το αέναο πάρτι, υπνωτισμένοι, στον δικό τους κόσμο. Ο Λουίς μοιάζει με έναν γηραιότερο, πιο κουρασμένο Ματ Ντέιμον στο Τζέρι του Γκας Βαν Σαντ, που προσγειώνεται ανάμεσα στους απλανείς νέους του Ζαμπρίσκι Πόιντ του Αντονιόνι! Έχει κίνητρο, αλλά τον καταπίνει ένας άνυδρος, άγνωστος πλανήτης, προτού ξεκινήσει μια παράξενη πορεία, σαν το Μεροκάματο του Τρόμου, με εξίσου σοκαριστικές απώλειες. Μετά βίας παίρνει αόριστες πληροφορίες, και δεν οπισθοχωρεί, ενώ αντιλαμβάνεται ότι είναι ανεπιθύμητος. Ανταλλάσσοντας χρήματα για τη βενζίνη του, κολλάει κι αυτός στο καραβάνι δυο ομάδων που περιπλανιούνται, ξεφεύγοντας με αποφασιστική μανούβρα από τον στρατό που έχει έρθει για να διαλύσει ένα από τα πολλά πάρτι, που δεν έχει ωστόσο καμία σχέση με τα μοδάτα και fun happenings που μπορεί να έχει κανείς υπόψη του σε παρεμφερείς περιστάσεις. Η τέκνο χτυπάει, συνεχώς και χαμηλά, με μπάσα που δημιουργούν υποβλητική ηχητική ταλάντωση, εξίσου εξωπραγματική με το σκηνικό.

 

Ένας Γκασπάρ Νοέ σίγουρα θα μας είχε σφηνώσει στο υπογάστριο της εμπειρίας με άλλου είδους εμμονές και δονήσεις, αλλά ο Γαλλο-ισπανός Όλιβερ Λαξ, σε παραγωγή των Πέδρο και Αγκουστίν Αλμοδόβαρ, παρατηρεί τον απελπισμένο πατέρα και τους ταξιδιώτες της ερήμου (και κυνηγούς του επόμενου τριπ), έτσι όπως είναι ολιγαρκείς, τραχείς, λακωνικοί, καμένοι από τον ήλιο και τα drugs, και κάποιοι από αυτούς κυριολεκτικά διαμελισμένοι.

 

Στη μακριά διαδρομή, υπάρχει ανθρώπινη επαφή, σκόρπια χαρά, στιγμές νηφαλιότητας και έντασης, η ιδρωμένη καθημερινότητα ενός εποχούμενου κοινοβίου με δύο αταίριαστες προσθήκες (τον μπαμπά, τον γιο και το προβληματικό για τέτοιες περιοχές βανάκι τους), συνδυασμένη με μια απόκοσμη, αόριστη αίσθηση πως όλα κινούνται σε ένα μετα-αποκαλυπτικό τοπίο, σαν το Fury Road σε εκδοχή slow cinema και, ευτυχώς, χωρίς κόμικ ενέσεις υπερβολής. Το Σιράτ είναι μια κινηματογραφική κινούμενη άμμος, μια πρωτότυπη προσέγγιση του τέλους του κόσμου στην άνυδρη απομόνωση, που δεν θα μπορούσε να μη συνοδεύεται από ψυχεδελική ανακούφιση στην ατελέσφορη αγωνία, εκκωφαντική και αιφνίδια, που εκπλήσσει τον θεατή όσο και τους πρωταγωνιστές! Η ταινία ξεκίνησε από το Φεστιβάλ Καννών, όπου κέρδισε το βραβείο της Eπιτροπής, κυριάρχησε στα ισπανικά βραβεία Γκόγια σε έντεκα κατηγορίες, και συνεχίζει στα Όσκαρ, με δυο υποψηφιότητες, για καλύτερη διεθνή ταινία απέναντι σε Παναχί, Φίλιο και Τρίερ, και φυσικά για το εκπληκτικό sound design της Λάια Καζανόβας, προσκαλώντας σας να την απολαύσετε σε μεγάλη και κατάλληλα εξοπλισμένη αίθουσα.