Ένας Αμερικανός συγγραφέας δραπετεύει από την κατάθλιψη και το δημιουργικό του αδιέξοδο με προορισμό ένα μυστηριώδες ξενοδοχείο και ένα σφαλισμένο, στοιχειωμένο δωμάτιο – οι ομοιότητες με τη Λάμψη, το μυθιστόρημα τρόμου του Στίβεν Κινγκ, σταματούν εδώ. Υπάρχει κι ένα τσεκούρι, ωστόσο η χρήση του είναι περιστασιακή και όχι τόσο κρίσιμης σημασίας όσο στο καθηλωτικό αριστούργημα που σκηνοθέτησε ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ στη συνέχεια. Σνομπ και κουρασμένος από τη ζωή του, ο Ομ Μπάουμαν έχει φτάσει σε ένα απομακρυσμένο, γραφικό ξενοδοχείο στην Ιρλανδία, με σκοπό να σκορπίσει τις στάχτες των γονιών του γύρω από το πελώριο δέντρο που απεικονίζεται σε μια φωτογραφία της μητέρας του, που κρατά σαν φυλαχτό. Η προειδοποίηση να μη διαβεί την πόρτα της κλειδαμπαρωμένης γαμήλιας σουίτας του οικήματος εξάπτει την περιέργειά του, την ίδια στιγμή που ένας ρακένδυτος ηλικιωμένος, παραιτημένος από τα εγκόσμια και κυνηγημένος από εμμονές, τον πληροφορεί για τις παράξενες δυνάμεις από το παρελθόν που ελλοχεύουν. Μετά την πολύ ενδιαφέρουσα Οντότητα, ο Ντέμιαν Μακάρθι επιστρέφει με κάτι παραπάνω από μια τυπική ιστορία φαντασμάτων. Το Hokum προλογίζει το σασπένς με την ατμόσφαιρα του μαγεμένου δάσους, τον κλασικό μάντη του κακού που έρχεται και με φευγαλέες παρουσίες βασανισμένων πνευμάτων, αλλά στο βάθος του κυριαρχεί μια ψυχή που δεν έχει λύσει τα προβλήματά της, δηλαδή ο πρωταγωνιστής με την τραυματισμένη παιδική ηλικία και τη μετατόπιση του προσωπικού προβλήματος που αντιμετωπίζει στο πεδίο της λογοτεχνίας τού φανταστικού που βαρύθυμα υπηρετεί – ούτε που θέλει να ακούει τις αντιδράσεις των φαν του, πολλώ δε μάλλον να ανέχεται υποδείξεις για τις ατυχείς, όπως πιστεύει, κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων του. Διάσημος αλλά δυστυχής, ο Μπάουμαν έρχεται αντιμέτωπος με μια συνωμοσία και ο Μακάρθι σωματοποιεί τα πνεύματα από νωρίς, για να μη μας αφήσει την υποψία πως όλα αυτά συμβαίνουν μόνο στην αυτοκτονική φαντασία του συγγραφέα. Τρεις ιστορίες μέσα στην ταινία παλεύουν να επιβάλουν το στυλ τους αλλά καμία δεν αποδεικνύεται αρκετά δυνατή ή πρωτότυπη για να διατηρήσει το μακάβριο ενδιαφέρον, όσο κι αν το φινάλε γκαζώνει θορυβωδώς, σε πείσμα της αδυναμίας του πρωταγωνιστή, Άνταμ Σκοτ, να μας χαρίσει έστω και ψίχουλα από το ομιχλώδες συναίσθημά του για τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που εκτυλίσσονται μπροστά στα θλιμμένα μάτια του. Χωρίς να είναι απορριπτέο, το Hokum μοιάζει περισσότερο με χαμένη ευκαιρία φιλόδοξων προδιαγραφών.








- Facebook
- Twitter
- E-mail
0