Εκτός από την εξαιρετικά επιτυχημένη θεατρική παράσταση Toc Toc και την ισπανική μεταφορά της στο σινεμά με τη Ρόσι ντε Πάλμα, έχουμε δει ταινίες με χαρακτήρες που πάσχουν από το σύνδρομο Τουρέτ: το Motherless Brooklyn με τον Έντουαρντ Νόρτον και παλιότερα το Niagara Niagara, με τη Ρόμπιν Τάνεϊ να βραβεύεται στο Φεστιβάλ Βενετίας. Το Δυστυχώς, βρίζω είναι ωστόσο η γλυκόπικρη κομεντί που φέρνει την κάποτε εξωτική, αγρίως παρεξηγημένη και ιατρικά μη αναγνωρισμένη διαταραχή στο προσκήνιο, με φροντίδα, ευαισθησία, ισορροπία στον κινηματογραφικό της τονισμό, και μια αξέχαστη ερμηνεία από τον Ρόμπερτ Αραμάγιο. Για όσους δεν έχουν εικόνα, πρόκειται για μια νευροαναπτυξιακή πάθηση που φανερώνει τα σημάδια της στην παιδική ηλικία με μια σειρά από επαναλαμβανόμενα τικ, μορφασμούς, βλεφαρίσματα και απότομες, επώδυνες κινήσεις του σώματος και του κεφαλιού, η οποία εξελίσσεται σε ιδεοψυχαναγκασμό με ακούσια κοπρολαλία, όπως ονομάζεται γλαφυρά, δηλαδή χρήση ακατάλληλης και προσβλητικής φρασεολογίας μαζί με κοινωνικά ανάρμοστη συμπεριφορά, η οποία φυσικά φέρνει σε δύσκολη θέση τον αποδέκτη, όσο και τον πάσχοντα. Η άγνοια του κόσμου για τη σπάνια κατάσταση που ανακάλυψε πρώτος ο δόκτωρ Ζορζ Ζιλ ντε λα Τουρέτ και ελάχιστοι συμμερίστηκαν τις διαγνώσεις του στις αρχές του 20ού αιώνα ευθύνεται για τη στοχοποίηση των ασθενών, που δεν είχαν, ούτε έχουν την παραμικρή πρόθεση να βλάψουν ή να εξευτελίσουν με ρατσιστικούς ή σεξιστικούς χαρακτηρισμούς ανύποπτους αγνώστους, οικείους και συγγενείς. Γίναμε μάρτυρες των συνεπειών ενός τέτοιου λεκτικού ξεσπάσματος στην πρόσφατη απονομή των βραβείων BAFTA: την ώρα που βρίσκονταν στη σκηνή ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν και ο Ντελρόι Λίντο, ακούστηκε δυνατά μια λέξη μέσα στην αίθουσα και δυστυχώς και από τους δέκτες μας (το BBC μπορούσε να κόψει το απόσπασμα, αλλά για λόγους που κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια δεν το έκανε, και βρήκε μεγάλο μπελά), από έναν άνθρωπο που δεν ήταν άλλος από τον Τζον Ντέιβιντσον, τον πρέσβη του Τουρέτ στη Μεγάλη Βρετανία, στη ζωή του οποίου βασίστηκε το Δυστυχώς Βρίζω. Με πρωτότυπο τίτλο I Swear, που σημαίνει «βρίζω» και «ορκίζομαι», όπως πασχίζει ο ήρωας να πείσει τους πάντες, από τους γονείς και τους καθηγητές ως τους αστυνομικούς και τους δικαστές, πως στ’ αλήθεια δεν εννοεί τις φωνητικές χειροβομβίδες που του ξεφεύγουν, η ταινία ξεκινά από τότε που ο Τζον ήταν ταλαντούχος τερματοφύλακας τοπικής ομάδας στα εφηβικά του χρόνια στη δεκαετία του ’80. Ως και να αυτοκτονήσει σκέφτηκε εξαιτίας της αδιάγνωστης φάσης που του στέρησε την ομαλή κοινωνικοποίηση, ώσπου η μητέρα ενός φίλου του, με προϋπηρεσία νοσοκόμας σε πτέρυγα ψυχικής υγείας, τον υιοθέτησε και έγινε η cool μητρική φιγούρα που δεν είχε ποτέ. Όχι πως η συνέχεια ήταν ρόδινη. Για να ορθοποδήσει με τη βοήθεια ενός επιστάτη (Πίτερ Μάλαν, πάντα συγκινητικός) πέρασαν χρόνια, όπως και για την ιατρική κοινότητα μέχρι να αναγνωριστεί επίσημα η διαταραχή και να σβήσει η ρετσινιά της αναπηρίας, ή ίσως, ακόμη χειρότερα, της ανάγωγης και ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς που κάποιος προσποιείται γιατί είναι, απλά, απροσάρμοστος αλήτης. Το ταξίδι του καταγράφεται με τη ρεαλιστική απλότητα που συναντάμε στις απέριττες βρετανικές βιογραφίες, αυτές που ισοφαρίζουν τον συναισθηματισμό με σταράτη αφήγηση, βαθιά ανθρωπιά και ειλικρινή συμπόνια. Με credits στο «Game of Thrones» και στον τηλεοπτικό «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», ο Ρόμπερτ Αραμάγιο εντυπωσιάζει τεχνικά, μας αιχμαλωτίζει όταν επιτίθεται φραστικά παρά τη θέλησή του, μας κάνει να θέλουμε να τον αγκαλιάσουμε όταν παγιδεύεται σε έναν ωκεανό απελπισίας και μοναξιάς, και καταφέρνει να απενοχοποιήσει το γέλιο μας στα πολλά κωμικά παθήματά του. Θα είναι άδικο να μνημονεύεται ως ο άγνωστος ηθοποιός που κέρδισε τον Τίμοθι Σαλαμέ και τον Μάικλ Μπ. Τζόρνταν στα βραβεία BAFTA, διότι το πορτρέτο του συγκαταλέγεται ανάμεσα στα σπουδαία του είδους. Έχοντας παραλάβει τη σκυτάλη από τον ίδιο τον Ντέιβιντσον, είναι πλέον το πρόσωπο του Τουρέτ στον κόσμο, σε έναν αληθινό ρόλο ζωής.

- Facebook
- Twitter
- E-mail
0