Ο πλανήτης και το σύμπαν ολόκληρο απειλούνται με αφανισμό και ο Κάμερον μάς φέρνει προ των ευθυνών μας!

Είναι κρίμα που ο γιγαντιαίος κύκλος του Άβαταρ φαίνεται να μη σταματά φέτος – θα ήταν μια ταιριαστή αυλαία σε μια ιστορία που μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ στον φανταστικό της μικρόκοσμο. Αν εξαιρέσουμε το δέος μπροστά στο τεχνολογικό θαύμα της φύσης και των εφέ που μας προσέφερε η πρώτη ταινία του 2009, και μετά από ένα σίκουελ που τράβαγε σε πλοκή και δεν προσέφερε παρά μόνο δράση, το τρίτο μέρος, που ετοιμάστηκε έπειτα από πολυετή αναμονή για τις μέρες των Χριστουγέννων, είναι μάλλον και το καλύτερο της σειράς, με συγκίνηση και σασπένς, τις σαφείς οικολογικές προειδοποιήσεις και τις προφανείς ευκολίες, για να φτάσει σε κάθε πιθανό και απίθανο δημογραφικό τμήμα του σινεφίλ πλανήτη. Η ογκωδέστερη και ακριβότερη αλληγορία για τους καταπιεσμένους αυτόχθονες αυτού του κόσμου που έγινε ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι χαμηλόφωνο δράμα στα χέρια του πιο μαξιμαλιστή σκηνοθέτη όλων των εποχών. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό: Ο Τζέιμς Κάμερον έχει ευγενείς, πανανθρώπινες προθέσεις και συστηματικά επιθυμεί να δοξάσει όσους και όσες αντιστέκονται στην ισοπέδωση των αξιών. Το κάνει και εκτός σινεμά, καθώς πρόσφατα τα έβαλε με τις πλατφόρμες, υπερασπιζόμενος την αίθουσα που βάλλεται και την παλιά καλή συνήθεια της συλλογικής θέασης όπως τη γνωρίζαμε. Στο Άβαταρ γνωρίζει πολύ καλά πως για να φέρει τον πολύ κόσμο σε μια ταινία που έχει κοστίσει 400 εκατομμύρια δολάρια, οφείλει να προσφέρει θέαμα και να πλαισιώσει την ιστορία της γαλάζιας φυλής των καβαλάρηδων των αιθέρων, που απειλείται από τα επιχειρηματικά αρπακτικά και τους αναίσθητους μιλιταριστές, με ένα κινηματογραφικό θεματικό πάρκο, με ό,τι τρικ έχει στη διάθεσή του, και ακόμη περισσότερα – εξού και η καθυστέρηση ανάμεσα στις συνέχειες, εν αναμονή πάντα της τελευταίας λέξης των υπερόπλων της εικόνας και του ήχου, και πάντα σε τρεις διαστάσεις, για να μην παρεξηγηθούμε, με τα 3D γυαλιά που μας ξαναθυμίζουν πως έχει εξελίξει την κινηματογραφική εμβύθιση και ψυχαγωγική επιστήμη! Εκτός από τις αιχμές που άφησε για τις συνέπειες της επικείμενης πώλησης της Warner και της ελάχιστης σχέσης που τελικά έχει το Netflix με την παραδοσιακή διανομή (παρά τον νωπό ισχυρισμό της πλατφόρμας πως δεν θα πειράξει τίποτε από την πατροπαράδοτη theatrical εκμετάλλευση), ήταν φειδωλός για το μέλλον των Avatar: θα υπάρξει τελικά η τέταρτη και η πέμπτη συνέχεια, όπως είχε σχεδιάσει ανακουφισμένος μετά την αστρονομική επιτυχία του original, ή θα περιμένει τις εισπρακτικές επιδόσεις τού Φωτιά και Στάχτη για να δει αν θα τολμήσει επιχειρηματικά να το πάει μέχρι τέλους, διαπιστώνοντας πως ο χάρτης που όριζε εκείνος δεν τον ευνοεί, μετά το lockdown και τις αγοραπωλησίες; Οι πρώτες ενδείξεις θέλουν το Avatar 3 να σκοράρει ένα 40% λιγότερες εισπράξεις το πρώτο Σαββατοκύριακο σε σύγκριση με το δεύτερο. Για τον πιο πεισματάρη σκηνοθέτη όλων των εποχών, η αναχαιτισμένη δυναμική δεν είναι παρά ένα εμπόδιο στον ωκεανό των προκλήσεων που θέτει ο ίδιος στον εαυτό του και στη βιομηχανία, αν και, στα 71 του χρόνια, θα μπορούσε να έχει παραδώσει τη σκυτάλη του πρότζεκτ που δουλεύει εδώ και δύο δεκαετίες πλέον, σε έναν διάδοχο της επιλογής του, όπως θα έκανε ένας Σπίλμπεργκ.

 

Τα σενάρια παραμένουν ανοιχτά, αν και στο μεταξύ αυτό το επεισόδιο δείχνει να λειτουργεί όσο πιο αυτόνομα μπορεί να σταθεί ένα χορταστικό σινε-σάντουιτς, ανάμεσα σε απανωτές μονομαχίες ζωής και θανάτου του Τζέικ Σάλι και της φαμίλιας που έχασε τον γιο της Νετεγιάμ στον Δρόμο του Νερού, και των Νάβι απέναντι στους corporate καρχαρίες αλλά και τους κακούς της υπόθεσης, δηλαδή την εκδικητική, τρομακτική στην όψη Βαράνγκ (η Ούνα Τσάπλιν, της γνωστής οικογενείας), καθώς και τον ακατάβλητο συνταγματάρχη Κουόριτς. Και για να μην ξεχνιόμαστε, ο πλανήτης και το σύμπαν ολόκληρο απειλούνται με αφανισμό και ο Κάμερον μας φέρνει προ των ευθυνών μας!

 

Μαέστρος της αφήγησης, ο Κάμερον δεν θεωρεί ως προϋπόθεση να έχουμε όλοι δει ή να θυμόμαστε τι έχει γίνει στο τελευταίο επεισόδιο, αλλά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα επί του θέματος, αφού όλα βρίσκονται υπό έλεγχο και στη θέση τους, η οποία ωστόσο παραμένει δεινή για τους φυσιολάτρες πολεμιστές, τους ενδεείς αλλά τόσο περήφανους οικογενειάρχες που ζουν μαζί με τον προσαρμοσμένο και άρτι αερόπνοο γήινο Spider, αυτόν που αποκαλούν χαϊδευτικά Μαϊμουδάκι, εξωτικά και απλά μαζί με τους ειρηνικούς και φίλιους νομάδες Τλάλιμ, σαν πρωτόγονος λαός με σοφία και γνώση – ο Σαμ Γουόρδινγκτον και η Ζόι Σαλντάνα επιστρέφουν στο πόστο τους, και η μούσα του Κάμερον, Σιγκούρνι Γουίβερ, κάνει μια επίτιμη, σύντομη εμφάνιση, ως Κίρι, προστάτιδα της μνήμης του Avatar. Χλωρίδα και πανίδα κινητοποιούνται σύσσωμες μαζί με τη Μητέρα Γη που κάνει τα μαγικά της, σαν φυσικός φορτιστής εναντίον των αρνητικών ανθρώπων του ουρανού, για να καταλήξουμε στη μητέρα πασών των μαχών, που διαρκεί πολύ αλλά χορταίνει με τις ανατροπές και τα cliffhangers. Το τρίτο μέρος του Avatar είναι γεμάτο με χαρακτήρες οικείους και αδρούς, ένα λούνα παρκ με σύντομες παύσεις και τέρμα ένταση, κάθετο διαχωρισμό μεταξύ καλού και κακού, και στους τίτλους τέλους μια power μπαλάντα, που υπογράφουν η Μάιλι Σάιρους και ο Μαρκ Ρόνσον, μελένια και ικανή να χτυπήσει στα Όσκαρ το φαβορί, που δεν είναι άλλο από το πολυακουσμένο Νο1 «Golden» από το K-Pop Demon Hunters. Το αληθινό ερώτημα είναι ποια είναι η θέση του Τζέιμς Κάμερον στην τρέχουσα pop κουλτούρα, κατά πόσον οι σημάνσεις και οι επισημάνσεις του μέσα από το θέαμα που επιδιώκει επηρεάζουν τη μάζα, αλλά και τους νεότερους δημιουργούς, όπως συνέβαινε με το πρότερο έργο του. Η μελαγχολία του ενδεχομένως και να προέρχεται από τις διαπιστώσεις του.