Αναρωτιέμαι αν τα προβλήματα, βασικά και δύσκολα να ανατραπούν πλέον, που βλέπω στον Τζέιμς Μποντ μετά το Casino Royale, αφορούν εμένα και τη γενιά μου και ουδόλως τους νεότερους που δεν μεγάλωσαν με την καυστική, σεξιστική ειρωνεία του Σον Κόνερι, την κοσμοπολίτικη λαμογιά του Ρότζερ Μουρ και το νεο-μεσήλικο δυναμισμό του Πιρς Μπρόσναν. Ο Ντάνιελ Κρεγκ, αναμφισβήτητα ένας καλός, ικανός ηθοποιός, έχει κόψει τους δεσμούς με το παρελθόν με το «καλημέρα σας» στην προηγούμενη ταινία και με το μαχαίρι στη φετινή. Η πρόφαση στο Casino Royale ήταν η χρονική στιγμή. Για να θυμίσω τι είχε γίνει, ο 007 δεν είχε ακόμη άδεια να σκοτώνει, ήταν άγουρος και επιρρεπής, ερωτεύθηκε μια γυναίκα που τον πρόδωσε και απ' ό,τι φαίνεται πληγώθηκε σε τέτοιο βαθμό που δεν είναι σε θέση να εμπνεύσει κανονική εμπιστοσύνη στους ανωτέρους του. Η Μ, η προϊσταμένη που τον πιστεύει, βρίσκεται σε τρομερό δίλημμα. Διαβλέπει τη συναισθηματική του ρευστότητα και φοβάται πως το πουλέν της δεν σέβεται τις εντολές, άρα εκείνη οφείλει να τον περιορίσει. Και οι δύο πορεύονται με οδηγό τα υψηλά τους ένστικτα. Ο Μποντ ξέρει ότι θα κάνει τα πάντα για να φέρει σε πέρας το πνεύμα του σκοπού του, αδιαφορώντας για το γράμμα. Η Μ αναγκάζεται να συμπεριφερθεί σαν δυσκοίλια Βρετανίδα και να του κόψει τον τσαμπουκά, γνωρίζοντας κατά βάθος (αλλά πολύ βάθος) πως δεν θα την προδώσει ούτε θα εγκαταλείψει τα καθήκοντά του και να υποπέσει σε απερισκεψία που προέρχεται από αδυναμία καρδιάς - δηλαδή εκδίκηση αγάπης.

Ενώ λοιπόν στο προηγούμενο φιλμ, μια σφιχτοδεμένη εισαγωγή στο τι σημαίνει Μποντ και πως τον αντιλαμβάνεται ο Κρεγκ, αφήσαμε τα κομμάτια του διάσημου πράκτορα να μορφοποιηθούν σε ένα παράδοξο σύνολο (τη βάση του χαρακτήρα με τον τρόπο της σύγχρονης κινηματογράφησης) στο Quantum of Solace το μωσαϊκό δεν μοιάζει καθόλου με την ιδέα που υπάρχει γύρω από τον 007 και τις περιπέτειές του. Η έννοια της σχέσης του με τις γυναίκες έχει τελείως αλλοιωθεί. Το ότι δεν ενδιαφέρεται, δεν τις εμπιστεύεται και μερικές φορές δεν επιδιώκει να κάνει καν σεξ μαζί τους, παρά μόνο αν προκύψει από τις περιστάσεις, δεν είναι καινό δαιμόνιο. Η έλλειψη χιούμορ ωστόσο είναι σχεδόν καταδικαστική για μια σειρά που, αν δεν το είχε, θα είχε καταστραφεί στον αναχρονισμό και την υπερβολή πριν από πολλά χρόνια. Ο Μποντ είναι πλέον μια μηχανή εκδίκησης και εξόντωσης. Ο Κρεγκ παραμένει μονότονα βλοσυρός, αναίσθητος και ρομποτικός, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ελάχιστα διαφέρει από έναν κασκαντέρ - μάλιστα, το κύριο μέλημά του είναι να αποδώσει πιστά τις ριψοκίνδυνες σκηνές, συμμετέχοντας, όσο είναι δυνατό, αυτοπροσώπως σε αυτές. Και να μεν ο Μποντ μπαίνει στη φωτιά και βγαίνει παλικάρι, αντίθετα με τον τουρίστα Μουρ και τον κάπως πιο γερασμένο Μπρόσναν, αλλά το υπόλοιπο μέρος ελάχιστη σχέση έχει με ένα γοητευτικό, ευειδή, πονηρό, επινοητικό, εκρηκτικό gentleman που αναγκαστικά, λόγω περιγραφής και συγγραφής Ίαν Φλέμινγκ, είναι ο Μποντ.

Ακόμη κι αν μπαμπαλίζω νοσταλγώντας ή προβάλλοντας τι θα ήθελα προσωπικά να είχε συμβεί στην ταινία, τρία ακόμη προβλήματα είναι πως α) η όμορφη Όλγκα Κιριλένκο δεν έχει σπουδαίο ρόλο, αλλά μάλλον παρηγορητική παρουσία και θαμπωμένη έκθεση, άρα δεν μπαίνει στο πάνθεον των καλλονών ή των κακών γυναικών, τύπου May Day, β) ο κακός Ντόμινικ Γκριν είναι μπερδεμένος και όχι και τόσο αξιομνημόνευτος αυτός και οι πράξεις του, ο δε Ματιέ Αμαλρίκ, που τον υποδύεται, κάνει το θέμα του πιο εύκολο και γουρλωμένο και τέλος γ) η αναμέτρηση του φινάλε με τις εκρήξεις στην έρημο δεν είναι ούτε εντυπωσιακή, ούτε αυθεντικά αντίστροφη μιας φρενήρους εκκίνησης.

Η περιέργως απρόσωπη σκηνοθεσία ενός σκηνοθέτη με προσωπικότητα όπως ο Μαρκ Φόστερ (με διακριτικές επιτυχίες όπως το Ψάχνοντας στη Χώρα του Ποτέ, ευγενείς αποτυχίες όπως το Kite Runner και στυλάτες αστοχίες όπως το Stay) δεν βοηθάει το σκληρό σενάριο του Πολ Χάγκις. Ο Ντάνιελ Κρεγκ αποδεικνύει πως ο σαραντάρης δεν είναι πια πρωτάρης. Όπως συμβαίνει και στην ελληνική τηλεόραση, που πρόσφατα ανακάλυψε και μετράει μόνο το νεανικό κοινό, το Quantum of Solace είναι ένα no country for old men. Γυρνάει την πλάτη του στην ιστορία του, μην μπορώντας ή μη θέλοντας να κυλήσει στη φλέβα των μαστόρων του, και γλυκοκοιτάζει προς το προϊόν που πουλάει αυτήν τη στιγμή, τον Τζέισον Μπορν, έναν πράκτορα που προδόθηκε, ψάχνει την ταυτότητά του και στη βασανιστική πορεία του κόβει το λαιμό όποιου κουνηθεί, βάζοντας εχθρούς και συμμάχους να τον κυνηγάνε ασταμάτητα.

Αν αυτό λέει κάτι, οι μοναδικές στιγμές που το Quantum of Solace (σημαίνει περίπου «Στάλα Παρηγοριάς», αλλά μην την πολυψάχνετε με τον τίτλο) απογειώνεται είναι όποτε δεν περιστρέφεται γύρω από την αυτοθυματοποίηση του Μποντ. Όπως, ας πούμε, στην έξοχα μονταρισμένη σεκάνς της Τόσκα. Όποιος ευχόταν περισσότερο Τζέιμς και λιγότερο Γκρεγκ, θα πρέπει να περιμένει ως και την επόμενη συνέχεια. Τελικά, η σειρά του Τζέιμς Μποντ έχει εξελιχθεί σε μια ατελείωτη μετάβαση με εκατομμύρια θεατές.