Και ξαφνικά, από εκεί που ο Λούκας Μούντισον απαριθμούσε τα δεινά του κόσμου τούτου, από το εμπόριο λευκής σαρκός και την πορνογραφία μέχρι την ολοκληρωτική αποξένωση διά της παγκοσμιοποίησης, ελάφρυνε ευπρόσδεκτα, καθώς εμπνεύστηκε από το αυτοβιογραφικό, εικονογραφημένο διήγημα της συζύγου του, Κόκο, με θέμα τις περιπέτειές της όταν μεγάλωνε ως ανήλικη πανκ στη Σουηδία των '80s. Το αποτέλεσμα είναι ένα νόστιμο και βιμπράτο φιλμ για δύο συμμαθήτριες, την Μπόμπο και την Κλάρα, που αποφασίζουν να στήσουν μια ερασιτεχνικότατη πανκ μπάντα, προσελκύοντας και κουρεύοντας με το ζόρι τη συνομήλική τους, χριστιανή Χέντβιγκ, γιατί παίζει κιθάρα. Τα δυο κορίτσια δεν έχουν ιδέα από μουσική, όπως κάθε πανκ που δεν σέβεται τη μουσική που προηγήθηκε, αλλά έχουν όρεξη, θράσος και πλάκα. Η μουσική είναι μια πρόφαση, πρωταγωνιστική ωστόσο, για τη σκιαγράφηση της εφηβείας, όχι μόνο το 1982 σε ένα προάστιο της Στοκχόλμης με υπόκρουση τους Human League, αλλά των σχέσεων των παιδιών με τους γονείς, τους συγγενείς, τους φίλους και την κοινωνία σε ένα άναρχο και αναρχικό αντιμανιφέστο – ένα φιλμ που δεν φιλοδοξεί να εξιστορήσει ή να κάνει κήρυγμα, αλλά είναι γρήγορο, γλυκό και τρυφερό, όπως και οι σπασμωδικές και ξερολίστικες πιτσιρίκες που ζητιανεύουν λεφτά για τα μουσικά τους όργανα λέγοντας τερατώδη ψέματα, αλλά τρώνε τα «λάφυρα» σε καραμέλες.