Παίρνοντας τοις μετρητοίς μια παλιότερη θεωρία του Νορβηγού ψυχιάτρου Φιν Σκόρντερουντ, πως οι άνθρωποι γεννιούνται με ένα ποσοστό αλκοόλ της τάξης του 0,005 κατώτερο από αυτό που χρειάζεται ένας υγιής οργανισμός, τέσσερις Δανοί καθηγητές, ο Μάρτιν, ο Τόμι, ο Πίτερ και ο Νικολάι, μεσήλικα αγόρια που αποχαιρετούν πικραμένα το τρένο της νιότης, αποφασίζουν να πειραματιστούν συστηματικά, για να ξεφύγουν από τη στασιμότητα, τις ψυχικές αναστολές και τα απωθημένα ετών, πιστεύοντας επίσης πως η κατανάλωση τους βοηθά να βελτιωθούν σε μια δουλειά που εδώ και καιρό βαριούνται και εκτελούν ανεπαρκώς. Τα τσούζουν καθημερινά και αναπόφευκτα ξεπερνούν το όριο: αντί να στανιάρουν και να απελευθερωθούν κατά το δοκούν, συναντούν τα άκρα του χαρακτήρα τους. Η έρευνα αυτή, που κατά τον φυσιολόγο Έλιοτ Μπερντ μπορεί και να στηρίζεται σε μια αυθαίρετη πεποίθηση για την ομοιότητα του ανθρώπινου οργανισμού με αυτόν των αρκτικών ζώων, τα οποία συνθέτουν αλκοόλ στον οργανισμό τους ως έναν από τους τρόπους αντιμετώπισης του πολικού ψύχους, είναι ο καταλύτης για τη (εξίσου) δραματική (όσο και) κομεντί του Τόμας Βίντερμπεργκ, Άσπρο Πάτο, που φέτος απέσπασε το Όσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Παραγωγής, σαρώνοντας επίσης τα βασικά έπαθλα της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

 

Δίνοντας το συγκριτικό πλεονέκτημα στον Μάρτιν/Μαντς Μίκελσεν, ως μικρό προβάδισμα σε μια παρέα ομοιοπαθούντων στην κούρσα του χρόνου, ο δημιουργός της Οικογενειακής Γιορτής ενώνει τις πολιτιστικές παραδόσεις, όπως συνηθίζει, με τα προσωπικά διλήμματα. Ως άλλος μερακλωμένος Χέμινγουεϊ του Βορρά, αν και συχνά σκυμμένος στο περιεχόμενο του ονείρου που κυνήγησε, αλλά του διέφυγε, είναι το μεγάλο ατού μιας απολαυστικά πολυκύμαντης dramedy, γιατί ανοίγει τον ορίζοντά της πέρα από το κλισέ του εθισμού και του σκανδιναβικού κολλήματος του druk του τίτλου (της μέχρι τελικής πτώσης, ασταμάτητης μέθης ως τοπικού σπορ, και μάλιστα μιας ανεκτικής και προνομιούχας ευρύτερης κοινωνίας που γνωρίζει τι είναι υγιές και τι προξενεί ανεπανόρθωτες βλάβες)) και την καθιστά οικεία και οικουμενική, όσο και διασκεδαστική στην αφήγησή της ‒ είναι η κόλλα που φέρνει στην επιφάνεια τους κρυφούς πόνους με το περαστικό high. Με τη συνωμοτική χημεία που έχει αποκτήσει με τον αγαπημένο του σκηνοθέτη/συνοδοιπόρο, προσδίδει υπαρξιακό βάρος στα διαστήματα που η ταινία το χρειάζεται απαραίτητα: ο Βίντερμπεργκ δεν καταφέρνει να σκάψει τόσο βαθιά όσο στην καλύτερη ταινία του, το Κυνήγι, και το ευφυές εύρημα της θεωρίας του Σκόντερουντ μοιάζει σαν ξεκομμένη αφορμή για το πραγματικό θέμα, που είναι η προσέγγιση της κρίσης της μέσης ηλικίας, μέσα από τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις. Το ότι ο Μίκελσεν δεν βρέθηκε στην πεντάδα των υποψηφίων ηθοποιών στα Όσκαρ παραμένει μυστήριο. Είναι κάτι παραπάνω από καλός ηθοποιός. Συλλαμβάνει τα σημάδια και τα μεταφράζει. Από το αυθεντικό σάστισμα μέχρι το διονυσιακό ζεϊμπέκικο, διακρίνει με το βλέμμα και την κίνηση τι σημαίνει να μη βγαίνει η εξίσωση της ζωής.