Ο Σταύρος Τσιώλης, στα 80 του, κλείνει γλυκύτατα ένα σύμπαν αποτελούμενο από ομάδες ανδρών, μετά τους αγιογράφους του Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε (1992) και τους μπατζανάκηδες στο Ας περιμένουν οι γυναίκες (1998), με δύο απολαυστικούς τσιλιαδόρους μεταμφιεσμένους σε πλανόδιους πωλητές κουλουριών και καφέ, μα κυρίως πρόθυμους ακροατές βασανισμένων ψυχών που περνούν από τον δρόμο τους κατά τη διάρκεια μίας ημέρας.

 

Οι Ερρίκος Λίτσης και Κωνσταντίνος Τζούμας, κάπου μεταξύ πραγματικού εαυτού και ηθοποιίας, κάνουν το αταίριαστο ζευγάρι που συμπονά τους επισκέπτες και δικαιολογεί τις αμαρτίες τους, γυρνώντας κυριολεκτικά την πλάτη του στην Αθήνα, την αχανή θέα της οποίας βλέπουμε στο μεγαλύτερο μέρος του φιλμ.

 

Ο Τσιώλης μοιάζει φορμαρισμένος, παρά το χρονικό κενό στη φιλμογραφία του, μη μένοντας όμως μόνο σε cult ατάκες (όσοι περιμένουν μια αντιγραφή του Ας περιμένουν οι γυναίκες θα απογοητευτούν, χάνοντας τη μεγαλύτερη εικόνα) αλλά προσπαθώντας να γεμίσει ένα κενό αγάπης που βλέπει σήμερα μέσα από τις γλυκόπικρες εξιστορήσεις των ηρώων του.

 

Παράλληλα, κοιτά με νοσταλγία το δικό του κινηματογραφικό παρελθόν και σαν βραδιάσει μάς αποχαιρετά μελαγχολικά, αφήνοντας παρακαταθήκη μια καριέρα 50 χρόνων και μία από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές φιλμογραφίες του ελληνικού σινεμά.