Ο Χέρμπερτ Μπίμπερμαν, ένα από τα δέκα φυλακισμένα θύματα της μακαρθικής προγραφής στους κινηματογραφικούς κύκλους του μεταπολεμικού Χόλιγουντ, σκηνοθέτησε το 1953, σε σενάριο του επίσης μέλους της αποκλεισμένης ομάδας Μάικλ Γουίλσον (Όσκαρ για τη Γέφυρα του Ποταμού Κβάι κατόπιν εορτής), μια αδιαπραγμάτευτη πολιτική ταινία για την απεργία των εργατών σε ορυχείο ψευδαργύρου στο Νέο Μεξικό, το οποίο ανέλαβε μια ιδιωτική εταιρεία και τους ανάγκασε να δουλεύουν σε συνθήκες ανεπίτρεπτες, με συνέπεια να ζουν σε ανθυγιεινές καλύβες, εξαθλιωμένοι, πέρα από κάθε έννοια δικαίου. Οι Μεξικανο-αμερικανοί διεκδίκησαν φτύνοντας αίμα τα δικαιώματά τους, με την απειλή απολύσεων και φυλάκισης, στα επικίνδυνα χρόνια της αυθαιρεσίας που ακολούθησαν τον πόλεμο.

Ο Μπίμπερμαν κάνει κοινωνικό ρεαλισμό τον οποίο ντύνει ένα κλασικό χολιγουντιανό σκορ από τον έμπειρο Σολ Καπλάν, που υπογραμμίζει το μελόδραμα γύρω από την ηρωίδα και την οικογένειά της. Οι ερμηνείες είναι γήινες, αλλά όχι ερασιτεχνικές, και φανερώνουν δύναμη και πίστη στο έργο, που είναι ιστορικά σημαντικό αλλά καλλιτεχνικά φλύαρο και προφανές, με υπερβολές στην πλοκή και το απότομο πέρασμα των γυναικών από τον καθημερινό μόχθο στην πολιτική συνείδηση. Ξεχωρίζουν η ιδρωμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία και το ίδιο το υλικό, μια κραυγή αλληλεγγύης απέναντι στην καταπάτηση των κατακτημένων δικαιωμάτων.

Το Αλάτι της Γης αποτέλεσε κόκκινο πανί για τις αίθουσες της Αμερικής - η ταινία προβλήθηκε και εκτιμήθηκε πρώτα στην Ευρώπη και μετά από πολλά χρόνια στη χώρα παραγωγής της.