Ο Θεός είναι γενναιόδωρος, επαναλαμβάνει η θυμωμένη γιαγιά, ενώ λίγο νωρίτερα είχε αναρωτηθεί πού θα βρει τα χρήματα για να πληρώσει την τούρτα του Προέδρου Σαντάμ Χουσεΐν που έχει αναλάβει να ψήσει η εγγονή της. Η μικρή Λάμια προσπάθησε να αποφύγει την επικίνδυνη αποστολή, μάλιστα κρύφτηκε τη μέρα της ετήσιας, εθιμοτυπικής σχολικής κλήρωσης για τον τυχερό-άτυχο της υπόθεσης, αλλά δεν τα κατάφερε. Το πρόβλημα είναι πως στο Ιράκ του 1990 μια χούφτα δηνάρια δεν φτάνουν να καλύψουν τις ανάγκες του νοικοκυριού, η χώρα υφίσταται κυρώσεις και περιορισμούς από τη διεθνή κοινότητα εξαιτίας της επέμβασης στο Κουβέιτ και τα αγαθά είναι πανάκριβα και δυσεύρετα για την καθημερινότητα των κατοίκων, πόσο μάλλον για τη δημιουργία μιας πολυτελούς τούρτας. Διότι λίγο πριν από την είσοδο των Αμερικανών, με την οικονομία στα τάρταρα και την κατάρρευση προ των πυλών, ο «πατερούλης» της Μέσης Ανατολής επέμενε να γιορτάζει τα γενέθλιά του με σύσσωμο το ποίμνιο να τον επευφημεί και να τον γλυκαίνει.
Αυτή η φριχτή δεσποτική συνήθεια μετατρέπεται σε μια τρυφερή δραματική κομεντί, από εκείνες που συνδυάζουν την παραβολική οικονομία του σινεμά της Μεσοποταμίας (κυρίως του ιρανικού) με τη χαριτωμένη χολιγουντιανή συγκίνηση του καλού Σαμαρείτη με το σημαντικό μήνυμα και, για χάρη φωτογένειας, με παιδιά που το μεταφέρουν στους θεατές. Δεν είναι τυχαία η ένωση των δυο τάσεων. Στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, ο Χασάν Χαντί πέρασε από τα labs του Sundance, συνυπέγραψε το σενάριο με τον βραβευμένο με Όσκαρ Έρικ Ροθ και ο Κρις Κολόμπους με τη Μαριέλ Χέλερ στήριξαν το πρότζεκτ ως συμπαραγωγοί.
Η Τούρτα του Προέδρου γυρίστηκε κομψά και ευρυγώνια στο Ιράκ, σχεδιάστηκε για να αρέσει και πήρε το Βραβείο Κοινού στις Νύχτες Πρεμιέρας και στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών, εκτός από τη Χρυσή Κάμερα (που απονέμεται στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία δημιουργού) στο περσινό Φεστιβάλ Καννών. Είναι βασικά ένα road movie με πρωταγωνίστρια μια πανέξυπνη 9χρονη, έναν πετεινό που κλέβει την παράσταση και αναγκάζει όλους τους ερασιτέχνες ηθοποιούς να παίζουν γύρω από τις αξιοπρόσεκτες αντιδράσεις του, την ασθενή και φτωχή Μπίμπι (γιαγιά στα αραβικά), που θέλει να δώσει τη μικρή σε μια ανάδοχη μητέρα, και τον συμμαθητή της τον Σαγίντ, που είναι τσιμπημένος μαζί της και θα έκανε τα πάντα, ακόμη και να κλέψει, για να τη βοηθήσει με το δικτατορικό κέικ, ώστε να μην τιμωρηθεί αυστηρά από το σχολείο, όπως προβλέπει ο νόμος. Όταν η Λάμια το σκάει, η αστυνομία δεν δίνει και τόση σημασία, απασχολημένη όπως είναι με τους εορτασμούς, μέχρι που η Μπίμπι απαιτεί να βρεθεί η εγγονή, αλλιώς δεν θα φύγει από το τμήμα.
Ο Χαντί μεγάλωσε στο Ιράκ, έζησε τα γεγονότα από πρώτο χέρι και δίνει αισθητική ντοκιμαντέρ τον λυρισμό των εικόνων του. Η περιήγηση ενός μικρού παιδιού που διαμορφώνει τον ήδη δυνατό χαρακτήρα του στους δρόμους μιας ανάστατης πόλης, συναντώντας κακούς ανθρώπους, σύμβολα εξουσίας, τον φόβο της εγκατάλειψης και την ομορφιά του τόπου, μοιάζει με ονειρική περιπέτεια που προσγειώνεται στη σκληρή πραγματικότητα. Η Λάμια καταλήγει λιγότερο αθώα, πιο υποψιασμένη, ανήμπορη να αντιδράσει μπροστά στην καταστροφή ή να διακρίνει το μέλλον μέσα από τους καπνούς του πολέμου.











- Facebook
- Twitter
- E-mail
0