Στα ‘00s, όταν η κινηματογραφική εσχατολογία δεν έχει απτό έρεισμα στην πραγματικότητα, οι σχετικές ταινίες εστίαζαν στον φόβο της αποκάλυψης, στην αγωνία για το μέλλον. Μετά την πρώτη φάση της πανδημίας Covid-19, που ταρακούνησε ένα ασυνήθιστο σε διεθνούς κλίμακας συμφορές δυτικό κοινό, οι (μετα)αποκαλυπτικές δημιουργίες άλλαξαν ρότα. Ο φόβος που αφουγκράζονται αφορά λιγότερο την έλευση ενός σκοτεινού μέλλοντος – ίσως επειδή αυτό θεωρείται πολύ πιθανό- και περισσότερο τις εκκρεμότητες που θα αφήσει, ενώ το βάρος της αφήγησης μετατοπίζεται από το σασπένς στο δράμα - συνήθως των ακοινώνητων συναισθημάτων και των ανοιχτών υποθέσεων.

 

Υπάρχουν μερικές αποτελεσματικές σκηνές φρίκης στο We Bury the Dead – τι τίτλος!- του Ζακ Χίλντιτς, ωστόσο το ως άνω δράμα είναι εκείνο που μέλλει τον Αυστραλό δημιουργό. Κι ευτυχώς, το δραματικό άχθος το σηκώνει ηθοποιός με τη δέουσα στόφα και με όρεξη να παίξει, αλλά ατυχήσασα σε ρόλους και εγχειρήματα, τη Ντέζι Ρίντλεϊ, που φαίνεται να επλήγη από την οργή των fan για την τελευταία Star Wars τριλογία και αδυνατεί να βρει αξιόμαχα πρωταγωνιστικά οχήματα στο στουντιακό σύστημα.

 

Εδώ τη βλέπουμε στον ρόλο μιας γυναίκας που αναζητά τον σύζυγό της σε μια χτυπημένη από αμερικανικό βιολογικό όπλο Τασμανία , το οποίο προκάλεσε νευρική παράλυση και θάνατο σε εκατό χιλιάδες ανθρώπους. Μόνο που μερικοί εκ των τελευταίων επανέρχονται για αδιευκρίνιστους λόγους και περιφέρονται στο αχανές αυστραλιανό τοπίο σαν ζωντανοί νεκροί – σαν την άδικη κατάρα, όπως θα λέγαμε στα μέρη μας. Όλη η λαχτάρα μιας συγχώρεσης που πρέπει να ζητηθεί και μιας λύτρωσης που πρέπει να κατακτηθεί συμπυκνώνεται στο υγρό της βλέμμα και βοηθά κατά ένα μέρος το όραμα ενός δημιουργού που, ενώ έχει αποδείξει και στο παρελθόν ότι γνωρίζει από ατμόσφαιρα, αδυνατεί να αναπτύξει τις ιδέες του πέρα από τα όρια της απλής παραβολής. Χάρη στην ευαισθησία του, όμως, το We Bury the Dead καταφέρνει να ξεχωρίσει κάπως εντός του υποείδους του κι ας αφήνει ως πρώτη εντύπωση εκείνη μιας (υπερβολικά) γνώριμης δημιουργίας.