Ένας αντικαθεστωτικός σεναριογράφος, η όμορφη σύζυγος, η πεισματάρα κόρη, η εκδικητική κοσμικογράφος, μεγάλα αφεντικά και κυνηγημένοι αριστεροί, ο λιγόψυχος Έντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον και ο θρασύς Κερκ Ντάγκλας συνθέτουν μια κατά βάση δυσάρεστη ιστορία που ο σκηνοθέτης Τζέι Ρόουτς αφηγείται ευχάριστα, έχοντας τον Μπράιαν Κράνστον του «Breaking Bad», στο πραγματικό του ντεμπούτο στο σινεμά, εντυπωσιακά συγκεντρωμένο, διάφανο, σαρωτικό.

 

Η βιογραφία του Ντάλτον Τράμπο μας μεταφέρει σε μια επονείδιστη σελίδα του αμερικανικού κινηματογράφου, τότε που ο γερουσιαστής Μακάρθι και οι συν αυτώ ανέκριναν τους υπόπτους για τα κομμουνιστικά τους πιστεύω και, κρίνοντάς τους ως εχθρούς του έθνους, τους απέκλειαν επαγγελματικά εκβιάζοντας τα στούντιο, οδηγώντας τους στην απελπισία, στην πενία, στη φυλακή ή στην εξορία. Ο πιο γνωστός, ίσως, από την περίφημη δεκάδα των ανθρώπων που κατέθεσαν και καταδικάστηκαν για προσβολή του δικαστηρίου, αφού επικαλέστηκαν το πέμπτο άρθρο του Συντάγματος και δεν αποκάλυψαν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, ήταν ο σεναριογράφος Ντάλτον Τράμπο, ένας αντιφατικός, χαρισματικός, γοητευτικός γραφιάς που αναγκάστηκε να εκτίσει ποινή ως κοινός εγκληματίας και να επιστρέψει σε μια κοινότητα που απαγορεύεται όχι μόνο να τον υπερασπιστεί αλλά να τον προστατεύσει και να του δώσει δουλειά για να ζήσει την οικογένειά του. Ο Τράμπο, ανάμεσα σε άλλα, παρεξηγήθηκε για τον πρακτικό εναγκαλισμό του με τον καπιταλιστικό τρόπο ζωής, την ίδια στιγμή που δεν εγκατέλειψε την ιδεολογική του πίστη στον κομμουνισμό, ακόμη και στα πολύ δύσκολα. Η στάση και οι ρήσεις του αντανακλούσαν τη sui generis προσαρμογή του μαρξισμού σε μια απενοχοποιημένη χρήση του υλισμού, μιας ηδονιστικής οπτικής που δεν συνάδει με τον κλασικό, μονίμως προβληματισμένο αριστερό της εποχής, ακόμη και στην εκδοχή του Αμερικανού διανοούμενου. Η νέμεσις του Τράμπο στο θεωρητικό και πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας είναι ένα φανταστικό πρόσωπο σε μια κατά τα άλλα πιστή μεταφορά της ζωής του σεναριογράφου (ο Τζέι Ρόουτς και ο σεναριογράφος του άκουσαν προσεκτικά τις συμβουλές που τους έδωσαν οι δύο κόρες του Τράμπο), ο Άρλεν Χερντ, τον οποίο υποδύεται ο κωμικός Λούι ΣιΚέι με πειστικότητα, ένας χαρακτήρας που εκπροσωπεί τους υπόλοιπους εννιά συναδέλφους των Hollywood Ten, καθώς δεν θα χωρούσαν τόσο πολλοί σε ένα story που προσπαθεί να καλύψει αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένα από τα εκνευριστικά χαρακτηριστικά για τους άλλους, αλλά συναρπαστικό για τον θεατή, ήταν η μη απολογητική του συμπεριφορά, από την οικογένειά του που ανεχόταν την ιδιότροπη σκληράδα ενός μοναχικού συγγραφέα, μέχρι τους ευεργέτες και τα χέρια που τον τάιζαν παντεσπάνι – γιατί υπήρξε ο πιο ακριβοπληρωμένος στην εποχή του. Ανάμεσα στην αδικία του συστήματος που τροφοδότησε με επιτυχίες και στην κουτσομπολίστικη, υπερσυντηρητική αθλιότητα της χειρότερης, πιο καταστροφικής και κομπλεξικής γυναίκας που πέρασε ποτέ από το Χόλιγουντ (πεντανόστιμη η Έλεν Μίρεν ως Χέντα Χόπερ), ο Τράμπο ποτέ δεν έχασε τον εαυτό του, καθώς πίστευε ακράδαντα τις λεκτικές περικοκλάδες που εκστόμιζε με γουστόζικο στόμφο και, κυρίως, είχε εμπιστοσύνη στη χρησιμότητα (και χρηστικότητα) της ειδικότητάς του σε έναν χώρο που συστηματικά επιτιμούσε τις λέξεις και όλα τα παράγωγα της διάνοιας, αλλά δεν γινόταν να μην τα επιστρατεύσει, ειδικά την εποχή που περιγράφει η ταινία, από τα τέλη των '40s μέχρι και την αρχή των '60s, με τη βιομηχανία του σινεμά σε φουλ παραγωγικότητα.

 

Η μεγάλη ειρωνεία ήταν πως στα χρόνια της ένδειας, όταν ο Ντάλτον Τράμπο κρυβόταν ακούσια πίσω από άλλους, πολιτικά «καθαρούς» συναδέλφους του για να κερδίσει τελικά δύο Όσκαρ (αυτός, ο προδότης!), για το Διακοπές στη Ρώμη και το Brave One, που του αποδόθηκαν ύστερα από δεκαετίες, ο μόνος που του πρόσφερε μπόλικα χρήματα, την ευκαιρία για ακόνισμα της πένας του και μια έξυπνη δικτύωση των υπόλοιπων άνεργων συναδέλφων του χτυπημένου κλάδου ήταν ο βασιλιάς των b-movies, ο περιβόητος Φρανκ Κινγκ, άτυπος πρόγονος του Ρότζερ Κόρμαν, θιασώτης της γρήγορης ποσότητας έναντι της κουλτουριάρικης ποιότητας, αδιάφορος για το κυνήγι μαγισσών και τις στημένες επιτροπές. Ο Μπράιαν Κράνστον ποζάρει εισαγωγικά στο ξεκίνημα της ταινίας του, αλλά γρήγορα ξεδιπλώνει τις συγκρούσεις της τεράστιας προσωπικότητας του Τράμπο, του δεσποτικού, σχεδόν μανιακού άνδρα, μιας ετοιμόλογης ντίβας στο σπίτι του, που ωστόσο διατηρούσε συχνά ένα μειλίχιο δημόσιο προφίλ, υποκρινόμενος τον μετριόφρονα, όταν δεν ντίλαρε ψυχρά, ακόμη και στα πέτρινα χρόνια. Η συμφιλιωτική του ομιλία στο φινάλε της ταινίας σίγουρα αποτελεί ένα δεξιοτεχνικό αξιοθέατο για την πυκνότητα του λόγου και το ταλέντο του ηθοποιού που είναι υποψήφιος για Όσκαρ και δεύτερος στα προγνωστικά αυτήν τη στιγμή, πίσω από τον Ντι Κάπριο. Δεν υπάρχει αμφιβολία για τη σπουδαιότητα του θέματος του «Τράμπο», μια αμαρτία που το Χόλιγουντ έχει πραγματευθεί ξανά στο παρελθόν – το Guilty by Suspicion του Ίρβιν Γουίνκλερ. Ωστόσο, οι απλουστεύσεις και τα στρογγυλέματα στην ανάπτυξη παραπέμπουν σε δραματικές παραλείψεις που επιτείνουν το αίτημα για μια πιο βαθιά ανάλυση του μοναδικού εκείνου φαινομένου. Για παράδειγμα, η διαπόμπευση, κυρίως Εβραιοαμερικανών «εργατών» μιας βιομηχανίας που διευθυνόταν ουσιαστικά από Εβραιοαμερικανούς ιδρυτές του συστήματος του Χόλιγουντ, ήταν ένας ανοιχτός πόλεμος για το ποιος είναι πιο πατριώτης ανάμεσα στους εμιγκρέδες, αλλά και ποιος ακριβώς δημιουργεί την πιο αυθεντικά αμερικανική στόφα των ονείρων ενός έθνους. Ρωτήστε τη Λι Γκραντ, την όμορφη, υπερταλαντούχο ηθοποιό, που στο εκρηκτικό της ντεμπούτο της στο Χόλιγουντ, με το Detective Story του Γουίλιαμ Γουάιλερ, κλήθηκε να καταδώσει τον κομμουνιστή σύζυγό της, αρνήθηκε να καταθέσει και της αφαιρέθηκαν βίαια 12 από τα πιο δημιουργικά της χρόνια, απλώς και μόνο επειδή είχε αριστερές συμπάθειες. Όταν επέστρεψε, 31 ετών, έκανε την πρώτη από τις πολλές πλαστικές της εγχειρήσεις για να φαίνεται νέα και να νιώθει ευτυχισμένη, όπως έχει δηλώσει – για να βρει δουλειά σε έναν σκληρό χώρο και να μην τρελαθεί. Να μια, επίσης οσκαρική ιστορία που περιέχει δράμα πολλών επιπέδων...