Η Wonder Woman μεταφέρεται στο φλούο, ριγκανικό 1984 και κάνει αυτό που περιμένουμε: επιχειρεί να σώσει τον κόσμο από έναν μεγαλομανή που υφαρπάζει τη μαγική ικανότητα της πραγματοποίησης κάθε ευχής για προσωπικό του όφελος. Η αμαζόνα Νταϊάνα Πρινς της Γκαλ Γκαντότ χουζουρεύει στους αιθέρες και προτείνει την αεροδυναμική γροθιά της ως άλλη Supergirl, εναλλάσσει σέξι κοστούμια με φανταχτερές στολές, μελαγχολεί στην ιδέα της βίας σαν να προβάρει το ζοφερό μέλλον, φλερτάρει και ρισκάρει με την ουτοπία του μεγάλου έρωτα και προς στιγμήν μάς κάνει να ανησυχούμε όταν μια απρόσωπη συνάδελφος, η Κρίστεν Γουίγκ σε κόντρα ρόλο, ζηλεύει το στυλ και την άνεσή της και θέλει να της μοιάσει, με την κακή έννοια.

 

Ωστόσο, το σίκουελ της Πάτι Τζένκινς τρώει από τα έτοιμα, όσο θόρυβο κι αν κάνει, και ειδικά με τόσο αναιμικό «κακό». Το μενού είναι σεταρισμένο: το πολυπληθές κιτς της Θεμίσκυρας για ορεκτικό με προειδοποιητικό μήνυμα, μαζί με μια χορταστική κατάβαση εξ ουρανών με το λάσο/μπαλαντέρ ανά χείρας, ένα αδικαιολόγητα μακρύ ταξίδι της κυρίως υπόθεσης στην πλοκή, και ένα τραβηγμένο μελό ως επιδόρπιο σωτηρίας. Η υποσημείωση, ωστόσο, έχει σημασία, με την εμφάνιση-έκπληξη μιας γυναίκας στους τίτλους τέλους, που ενδέχεται να αποτελέσει λύση στη συνέχεια, σε μια φάση σωρευτικής κόπωσης του είδους και σταδιακής απομάκρυνσης του κοινού από την πολλαπλάσια προσφορά κινηματογραφικού υπερηρωισμού. Πολύ φοβάμαι πως θα χρειαστεί εκ βάθρων ανασύνταξη για να ενεργοποιήσει τον γρήγορο μεταβολισμό των ζηλωτών.