Ένα από τα κινηματογραφικά trends της δεκαετίας των ’90s ήταν τα θρίλερ με σταρ στη μαρκίζα, απίθανες ανατροπές και soft-core ερωτισμό, ο οποίος, παραδοσιακά, υπερτονιζόταν στο προωθητικό υλικό. Με τoν καιρό και με τη μείωση του σεξ στο εμπορικό σινεμά, η παραγωγή αυτών των ερωτικών θρίλερ υποχώρησε, μα βρήκαν μια δεύτερη ζωή, γεμίζοντας το πρόγραμμα των απανταχού ιδιωτικών καναλιών και εμπνέοντας μια σειρά από λογοτέχνες, που έκαναν καριέρα παράγοντας βιβλία κινηματογραφικής γραφής –άρα ευκολοχώνευτα– κι εμφανώς εμπνευσμένα από αυτόν τον τύπο σινεμά.

 

Επειδή τα πάντα κύκλους κάνουν, έφτασε ο καιρός που τα ευπώλητα αυτά βιβλία διασκευάζονται στο σινεμά, δίνοντας την ευκαιρία σε σκηνοθέτες και σταρ να επιχειρήσουν αναδρομή στα κινηματογραφικά ’90s. Μια τέτοια είναι και το Housemaid, που βασίζεται στο ομώνυμο best-seller της Φρίντα ΜακΦέιντεν, όπου η εύπορη Αμάντα Σέιφριντ παίρνει συνέντευξη από τη Σίντνεϊ Σουίνι για τη θέση της οικονόμου στην ντιζαϊνάτη κατοικία της, με τη δεύτερη να χρειάζεται οπωσδήποτε τη δουλειά και τελικά να προσλαμβάνεται. 

 

Φυσικά, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, οι γνώστες του είδους και όσοι έχουν δει δέκα ταινίες παραπάνω αναγνωρίζουν τα σημάδια και, πιθανότατα, θα πιάσουν τον εαυτό τους να βρίσκεται αρκετές φορές ένα βήμα μπροστά από αυτό το (σεναριακά) ξέφρενο γαϊτανάκι των ολοένα και πιο εξωφρενικών ανατροπών. Ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι ο αιφνιδιασμός του θεατή, αλλά το θέαμα ταλαντούχων και μαγνητικών ηθοποιών να παίζουν μεταξύ τους το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Ναι, η Αμάντα Σέιφριντ είναι overqualified για το συγκεκριμένο υλικό, αλλά ποτέ δεν δίνει την εντύπωση πως το υποτιμά –πρακτικά, το αναβαθμίζει–, ενώ και η Σίντνεϊ Σουίνι με τη σειρά της αποδεικνύει πως, αν της γράψουν τον κατάλληλο ρόλο και δεν της ζητήσουν να τον γεμίσει με το (ακόμα άγουρο) πρωταγωνιστικό της εκτόπισμα, θα βγάλει τους δημιουργούς ασπροπρόσωπους – αναζητήστε το Reality (2023), η Σουίνι είναι φανταστική εκεί. O Mπράντον Σκλέναρ για ακόμα μια φορά παραμένει ο αδύναμος κρίκος.

 

Ένα εμφανές πρόβλημα είναι ότι ο Πολ Φέιγκ δεν ξέρει πώς ακριβώς να υπηρετήσει το είδος του θρίλερ και ένα θρίλερ κλειστών χώρων απαιτεί δεξιοτέχνη του είδους, σαν τον εκλιπόντα Ρομπ Ράινερ, για παράδειγμα, που έκανε θαύματα στο Misery (1990). Από camp θέαμα, όμως, ο Φέιγκ αντιλαμβάνεται πέντε πράγματα, γνωρίζει και πώς να αναδείξει τα προτερήματα των πρωταγωνιστριών του, αφήνοντάς τους χώρο να σολάρουν, αλλά και πότε να αμπαλάρει τις σκηνές με τα κατάλληλα pop άσματα, προς τέρψη του κοινού του. Το τελευταίο θα περάσει μια χαρά, η πλειοψηφία της κριτικής μάλλον όχι, αλλά, εδώ που τα λέμε, κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με εκείνες τις ταινίες των ’90s που επικαλείται το κατά διαστήματα απολαυστικό Housemaid.