Το Παιχνίδι και το Inception ανακατεύονται με τους Ρυθμιστές και τους Αντικαταστάτες σε μια περιπέτεια φαντασίας όπου τη θέση ενός κολοσσού τεχνολογίας, της μοίρας, των ονειροληστών και των φίλων του Μάικλ Ντάγκλας έχει πάρει ένα concept υπνωτισμού.

 

Το πέτρινο πρόσωπο του Μπεν Άλφεκ χρησιμεύει για να απορρυθμιστεί ο θεατής στις πρώτες σκηνές της ταινίας που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ: ο Ντάνι Ρουρκ βασανίζεται από την εξαφάνιση της κόρης του. Χάθηκε μπροστά στα μάτια του και τώρα καλείται να επιστρέψει στο καθήκον ‒ είναι αστυνομικός στο Τέξας.

 

Μια ληστεία εκτυλίσσεται με παράξενο τρόπο και παρατηρώντας έναν άνδρα (τον πάντα απειλητικό Γουίλιαμ Φίχτνερ), που φαίνεται να υπαγορεύει τη βούλησή του στους εμπλεκόμενους, οδηγείται σε ένα μέντιουμ με κακή υπόληψη, την Νταϊάνα Κρουζ (Άλις Μπράγκα), και από εκεί σε ένα σερί ανατροπών που, ανάμεσα στα πολλά, του αποκαλύπτει μια δύναμη που ο ίδιος αγνοεί. Το άδειο από συναίσθημα acting του πρώτου μέρους έχει λόγο ύπαρξης, αλλά το ότι συνεχίζεται ακόμα και όταν η αλήθεια καταρρέει μπροστά στην παραπλάνηση και στην ψευδαίσθηση είναι ένα άλυτο πρόβλημα για τον Μεξικανό σκηνοθέτη που επιστρέφει στον ενήλικο τρόμο μετά από παιδικές κομεντί δράσης, φτηνές παραγωγές, όπως το Red 11, sequel του Sin City και του Machete, καθώς και την υβριδική Αλίτα, που ουσιαστικά ήταν «κόρη» του Τζέιμς Κάμερον.

 

Οι Υπνωτιστές είναι θρίλερ με δράση που δεν τρομάζει, μερικά έξυπνα φιτίλια σε μια ιδέα που έχουμε ξαναδεί σε μια γειτονική διάσταση, εξαντλητικό exposition (και αναγκαστικό, για λόγους επεξήγησης που ως έναν βαθμό το σενάριο δικαιολογεί) και την απουσία ενός Ντέιβιντ Φίντσερ ή του Νόλαν, του master που με την πνοή του προσδίδει υπόσταση και υπέρβαση, διορθώνοντας φυσικά και τις ερμηνείες.