Η Νορβηγίδα Λίσμπετ εγκαθίσταται σε ένα παραθαλάσσιο χωριό της χώρας της, μαζί με τον Ρουμάνο σύζυγό της Μιχάι Γκεοργκίου και τα πέντε παιδιά τους. Εκδορές στον λαιμό της κόρης τους κινούν υποψίες στους δασκάλους και μετά από πολύ συνοπτικές διαδικασίες, η Πρόνοια ειδοποιείται από το σχολείο και ο φορέας προστασίας ανηλίκων απομακρύνει τα παιδιά σε προσωρινές ανάδοχες οικογένειες, ακόμη και το νεογέννητο που η Λίσμπετ θηλάζει, μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα και να προχωρήσει η διαδικασία ως τη δίκη.
Θεοσεβούμενοι χριστιανοί που έχουν προλάβει να οργανωθούν και να εκδηλώσουν την πίστη τους στη μικρή κοινότητα, οι Γκεοργκίου αδυνατούν να πουν ψέματα και ομολογούν πως σε μερικές περιπτώσεις έχουν δείρει τα δυο μεγαλύτερα παιδιά τους, για παραδειγματισμό, αρνούμενοι ωστόσο να παραδεχθούν πως χρησιμοποίησαν βία. Στο νορβηγικό νομικό και αξιακό σύστημα, οι πράξεις αυτές συνιστούν αυτόματα κακοποίηση και, ακόμη και το ελάχιστο σπρώξιμο ή μια «ξυλιά» στα πισινά, που συνήθιζαν οι «παλιοί», αντιμετωπίζεται με μηδενική ανοχή.
Το πραγματικό ζήτημα ταινίας είναι το βαθύ χάσμα –σαν το «φιόρδ» που χωρίζει δυο τεράστιους ορεινούς όγκους– μεταξύ της εκκοσμικευμένης σκανδιναβικής κοινωνίας και των παραδοσιακών συνηθειών της ανατολικής Ευρώπης που προσαρμόζονται σε επιφανειακό επίπεδο.
Αναγκασμένοι να ακολουθήσουν ό,τι ορίζει ο νόμος στη χώρα που το φιλοξενεί, το ζεύγος συμμορφώνεται απρόθυμα, αλλά από ένα σημείο κι έπειτα ο Μιχάι αποφασίζει να κινητοποιήσει συμπατριώτες και ομοϊδεάτες για να τον στηρίξουν σε ό,τι εκείνος θεωρεί ασήμαντη αφορμή για να του στερήσουν τα παιδιά του (και ενδεχομένως να καταλήξει στη φυλακή), βρίσκοντας στην πορεία μια απρόσμενη σύμμαχο, η οποία τον υπερασπίζεται εξετάζοντας, ανάμεσα στα άλλα, αν τα σημάδια στο σώμα της μικρής προκλήθηκαν όντως από χτυπήματα ή από αθλητικές δραστηριότητες.
Το πραγματικό ζήτημα, ωστόσο, είναι το βαθύ χάσμα –σαν το «φιόρδ» που χωρίζει δυο τεράστιους ορεινούς όγκους– ανάμεσα σε δυο κουλτούρες, αυτήν της εκκοσμικευμένης σκανδιναβικής κοινωνίας, ακόμη και στην επαρχιακή εκδοχή της, και των παραδοσιακών συνηθειών της ανατολικής Ευρώπης που προσαρμόζονται σε επιφανειακό επίπεδο, μόνο κάτω από το πέπλο μιας τυπικής politesse, που δεν αλλάζει τα ακλόνητα ήθη κι έθιμα όταν κλείσει η πόρτα.
Το κλειδί για να προσεγγίσει η οικογένεια Γκεοργκίου τους νέους συμπολίτες τους είναι η ατίθαση κόρη των γειτόνων, μια κοπέλα που μεταδίδει το «αμαρτωλό» μικρόβιο των social media στα πειθαρχημένα παιδιά που προσεύχονται ευλαβικά, αλλά συγκινείται για πρώτη φορά από την πνευματικότητά τους, ουσιαστικά αλλά και υπερβατικά, όπως δείχνει η ταινία σε δυο μικρές σκηνές και μας ξαφνιάζει. Κι ενώ ο θεατής φαίνεται να παίρνει από την αρχή το μέρος της μιας ή της άλλης πλευράς, ανάλογα με τα πιστεύω του, θα μπει στον πειρασμό να μετακινηθεί από τη θέση του, κυρίως λόγω του σεναρίου του βραβευμένου με Χρυσό Φοίνικα Κρίστιαν Μουνγκίου και των πειστικότατων ερμηνειών της Ρενάτε Ρέινσβε, του (ρουμανικής καταγωγής, να υπενθυμίσουμε) Σεμπάστιαν Σταν και της Λίσα Κάρλεχεντ στον ρόλο της δικηγόρου χωρίς παρωπίδες.