Ορμώμενος από δαιμονισμένη φιλοδοξία, ασταμάτητος και σαρωτικός παρά το μικρό του δέμας και την ταπεινή του καταγωγή, ή ίσως εξαιτίας αυτής, ο Τίμοθι Σαλαμέ καταφέρνει κάτι εξαιρετικό, σχεδόν άπιαστο: παίζει μια ιδέα ανθρώπου, περισσότερο από έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα με αρχή, μέση και τέλος, δίνει διαστάσεις σε ένα αμάλγαμα κινήτρου και θυμικού, που διατηρεί την απορία μας για το ποιόν του και το ενδιαφέρον για τις συνέπειες της πλούσιας δράσης του. Ο Μάρτι Μάουζερ είναι μια αφορμή, ένα μοτέρ που ξεκινά για να κατακτήσει τον κόσμο, και δεν κοντοστέκεται ούτε στιγμή μπροστά στα εμπόδια που συναντά και που συνήθως δημιουργεί. Δεν είναι τυχαίο που σε αυτή την ελεύθερη μεταφορά της ζωής του Μάρτιν Ράισμαν, πρωταθλητή του πινγκ πονγκ στις ΗΠΑ το 1958 και το 1960, το σπορ καθαυτό δεν εμφανίζεται στην αρχή αλλά μόνο αφού γνωρίσουμε τον Μάρτι ως πωλητή υποδημάτων ο οποίος επιδεικνύει τις καταφερτζίδικες ικανότητές του σε ένα χαοτικό οικογενειακό περιβάλλον στις λαϊκές γειτονιές του Μανχάταν. Χρήματα δεν έχει, δανείζεται με το ζόρι 700 δολάρια, χρωστούμενα και αγύριστα, ξεγλιστράει από βροντερές απειλές και κουβαλάει βαρύθυμα, ως αισθηματικό βάρος παρά ως γνήσιο έρωτα, τη σύντροφο από τα παιδικά του χρόνια, τη Ρέιτσελ. Πρώτος του μεγάλος σταθμός το Λονδίνο των αρχών της δεκαετίας του ’50. Στην τρελή του πορεία διασταυρώνεται με μια ηθοποιό φθίνουσας φήμης, την Κέι Στόουν, που τον σνομπάρει αλλά γρήγορα υποκύπτει στην ασίγαστη αλαζονεία ενός νεανικού Δον Ζουάν, που την κορτάρει σαν να παίζει σε φλογερό φωτορομάντσο. Όνειρό του είναι να κερδίσει τον πρωταθλητή της Ουγγαρίας και να κατακτήσει τον τίτλο σε ένα άθλημα που δεν έχει αγκαλιάσει ούτε το ευρύ κοινό ούτε οι χορηγοί. Βασικά, επιθυμεί διακαώς να γίνει ο Marty Supreme, ο κορυφαίος όλων, δοξασμένος και διάσημος, έτη φωτός μακριά από τη μιζέρια και τη στενή προοπτική ενός μεροκαματιάρη που θα γυρίζει κάθε βράδυ στη γυναίκα και το παιδί που περιμένει. Ακόμη κι αν δεν έχει τα φόντα για το φωτογενές πόστερ του μυώδους εθνικού ήρωα, διαθέτει τα προσόντα του κουμανταδόρου showman. Με μια ρακέτα στο χέρι, αστράφτει και ίπταται, γίνεται μάγκας στις λέσχες και πρέσβης της χώρας στο εξωτερικό. Ένας υπερκινητικός χορευτής που αμέσως μετά την παράσταση θα πρέπει να βρει τρόπο να επιβιώσει.

 

Ο Τζος Σάφντι επιβάλλει φρενήρη ρυθμό, όχι όμως ανεξέλεγκτα και αυθαίρετα. Στην πραγματικότητα, δεν διασκεύασε παρα ελάχιστες από τις εξωφρενικές εξιστορήσεις του αληθινού Μάρτι Ράισμαν, γιατί θα φαίνονταν σαν το Made in America και ακόμη πιο υπερβολικές. Σε σενάριο δικό του και του Ρόναλντ Μπρονστάιν, ο Αμερικανός σκηνοθέτης παντρεύει την κλασική αμερικανική ουτοπία με το εβραϊκό DNA της επανεφεύρεσης και τη μεταπολεμική δίψα για επιτυχία από έναν επινοητικό εκπρόσωπο των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, που δεν έχει τίποτε να χάσει και καταφεύγει σε παραβατικά κόλπα για να ανέλθει, να αφήσει το σημάδι του, να θριαμβεύσει με ένα «γιατί όχι κι εγώ». Τόσο αντιπαθή πρωταγωνιστή είχαμε να δούμε από το προηγούμενο φιλμ του Τζος Σάφντι, που υπέγραψε μαζί με τον αδελφό του, Μπένι, το Uncut Gems. Ενώ εκεί ο Άνταμ Σάντλερ ίδρωνε κυνηγημένος από τον χρόνο, τους πολλούς εχθρούς και τους κακούς του συμμάχους, ο Μάρτι προβάλλει μια σιγουριά που αυτοτροφοδοτείται συνεχώς, ορθώνοντας μάλιστα τη στάση του σώματος για να φαίνεται πιο επιβλητικός – ο Σάφντι έβαζε τον Σαλαμέ να μελετά το περπάτημα της καμηλοπάρδαλης για να κλέψει κινήσεις! Ο επίσης αντιπαθής, εγωκεντρικός και βασικά ασυνείδητος Τζόρνταν Μπέλφορτ του εγγενώς πιο χαριτωμένου Λεονάρντο ντι Κάπριο στον Λύκο της Γουόλ Στριτ ακολούθησε τον τυπικό γολγοθά της κάθαρσης μετά τη μετεωρική του άνοδο, όπως τον ορίζει πάντα ο Μάρτιν Σκορσέζε στις ταινίες του, αλλά ο Σάφντι δεν συμβιβάζεται με καθαρές λύσεις και τακτοποιημένες περιπέτειες. Ο Μάρτι ζει και πεθαίνει για τη συναρπαστική ακαταστασία που προκύπτει από τα επεισόδια της διαδρομής, με αποκορύφωμα τους αγώνες του στην Ιαπωνία, όταν πρέπει να αντιμετωπίσει τον αθλητή που τον νίκησε με διαφορετικές ρακέτες από τις παλιές, πιο προηγμένες και θεαματικές. Το Marty Supreme είναι μια ταινία για τα φάλτσα που κερδίζουν στην κόψη του ξυραφιού, τις «risky business» στο μεγάλο και ακανόνιστο άθλημα που είναι η ζωή του καθενός. Ταυτόχρονα, κριτικάρει σατιρικά την αποθέωση της κομπίνας, τρέχοντας δίπλα της σαν την αεριωθούμενη λευκή μπαλίτσα της επιτραπέζιας αντισφαίρισης, ελαφρά και ζαλιστικά. Σε μια ενορχηστρωμένη καμπάνια ενδυματολογίας και attitude νικητή, ο Τίμοθι Σαλαμέ τηρεί την υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του για μια θέση στο πάνθεο της υποκριτικής και πρωταγωνιστεί και στη φετινή κούρσα των Όσκαρ, σίγουρος υποψήφιος και με ανεβασμένες πιθανότητες μετά τη νίκη του στα Critics’ Choice Awards αλλά και στις Χρυσές Σφαίρες, την πρώτη μετά από τέσσερις άσφαιρες υποψηφιότητες. Άξιζε η επιστροφή της Γκουίνεθ Πάλτροου μετά τη δεκαετή και πλέον αποχή της από τα πλατό, στον ρόλο της απρόβλεπτης πορσελάνης που συναγωνίζεται σε εγωισμό τον Μάρτι, όσο κι αν δεν θέλει να το δείξει με την πατρίκια απόστασή της. Δυναμικότατη η Οντέσα Αζιόν ως Ρέιτσελ, σε ένα καστ που περιλαμβάνει, σε συντομότατες εμφανίσεις, χαρακτηριστικούς Νεοϋορκέζους, από μεγαλομανάβηδες μέχρι μάγους, κι από τον Ντέιβιντ Μάμετ ως τη Σάντρα Μπέρνχαρντ και τον Έιμπελ Φεράρα.