Η εθνική γυναικών του γαλλικού σινεμά βρίσκεται φέτος στις Κάννες σε ένα star traffic που δεν έχουμε ξαναδεί τα τελευταία χρόνια. Η Ιζαμπέλ Ιπέρ έσπασε ρεκόρ με τις 22 συμμετοχές της στο επίσημο διαγωνιστικό , ακριβώς πενήντα χρόνια μετά το ντεμπούτο της στην Κρουαζέτ με την «Αλοΐζ» το 1975. Η Κατρίν Ντενέβ δεν θα μπορούσε να λείψει, με διπλή, αν και σύντομη συμμετοχή σε δυο ταινίες, τις «Παράλληλες Ιστορίες», σε μια ιλαρή σκηνή με την Ιπέρ, και στο «Gentle Monster», σε μια δυνατή συνομιλία μάνας κόρης όταν αποκαλύπτεται ένα μεγάλο μυστικό.
Η συμπρωταγωνίστριά της στο δράμα της Μαρί Κρόιτσερ, η Λέα Σεϊντού, έπαιξε έναν ακόμη απαιτητικό ρόλο στην «Άγνωστη» του Αρτούρ Αραρί, ανταλλάσσοντας σώματα, γένη, και ηχηρούς οργασμούς με τον αγνώριστο Νιλς Σνεντέρ. Η Μαριόν Κοτιγιάρ επανήλθε με το θρίλερ «Κάρμα» σε σκηνοθεσία του πρώην συζύγου της, Γκιγιόμ Κανέ, αλλά και με το «Roma Elastica» του Μπερτράν Μαντικό, ενώ η Αντέλ Εξαρχόπουλος έκλεψε τις εντυπώσεις στο «Γκαράνς» της Ζαν Ερί, ενσαρκώνοντας μια αλκοολική ηθοποιό. Μόνο η Ιζαμπέλ Ατζανί έμεινε παραπονεμένη, αλλά στις Κάννες είναι κι αυτή, σε απονομές και γιορτές.
Ο Χαμαγκούτσι, μέγας ουμανιστής αλλά και μάστορας των λεπτομερειών στην εικόνα και στον διάλογο, απέδωσε θεσπέσια τη ζωτική ροή που αναθαρρεύει, ξαναδημιουργεί, αλλά διακόπτεται ανεξήγητα.
Απ’ την άλλη, η Βιρζινί Εφιρά έλειψε περίπου δύο χρόνια από τα πλατό μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της (πατέρας είναι ο Σνεντέρ), και στο comeback της δεν επαναπαύθηκε σε ευκολίες: έπαιξε τουλάχιστον τρεις γυναίκες στις «Παράλληλες Ιστορίες» του Ασγκάρ Φαραντί, ενώ για το «Ξαφνικά» έμαθε να μιλά άπταιστα ιαπωνικά. «Μου πήρε μήνες να καταφέρω να προφέρω σωστά τις λέξεις και να καταλαβαίνω τι λέω», μου λέει στα στούντιο της Unifrance στις Κάννες. «Ο Ριγιουσούκε επέμενε να μάθω και να διαβάζω, οπότε συμφώνησα, δεν γινόταν αλλιώς», συμπληρώνει, αλλά αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι πως όταν ο δημιουργός του «Drive my car» είδε την «Μπενεντέτα» στο Φεστιβάλ του 2021, τη χρονιά που απέσπασε το βραβείο σεναρίου, ορκίστηκε να γράψει έναν ρόλο γι’ αυτήν.
«Πώς είναι δυνατόν να ξετρελαθεί με την παθιασμένη καλόγρια του Βερχόβεν και να σας “δει” ως διευθύντρια οίκου ευγηρίας σε ένα χαμηλόφωνο δράμα που δεν χρειάζεται απαραίτητα τη γήινη υποκριτική ευελιξία, ούτε βέβαια το ταχύτατο κωμικό σας timing;» «Μου είπε πως θέλει να είμαι το φως στην ταινία!» μου απαντά χαμογελαστά, προφανώς γιατί κι εκείνη είχε την ίδια απορία – αλλά πώς μπορείς να έχεις αντίρρηση όταν ένας τόσο μεγάλος σκηνοθέτης σε εμπιστεύεται;
Η Μαριλού Φοντέν της Εφιρά αντιστέκεται σε μια πιο απαθή και μηχανική αντιμετώπιση των ασθενών με Αλτσχάιμερ που προτείνουν οι ανώτεροί της και κάποιοι νοσηλευτές δεν έχουν πρόβλημα να υιοθετήσουν, εισάγοντας μια συμπονετική πρακτική που στόχο έχει να φέρεται ανθρώπινα και υπομονετικά σε ηλικιωμένους που έχουν σχεδόν απολέσει την επαφή με το περιβάλλον και τους οικείους. Στη ζωή της έρχεται μια Γιαπωνέζα θεατρική συγγραφέας και σκηνοθέτιδα, η ογκολογική ασθενής Μάρι, που μαζί με έναν συμπατριώτη της ηθοποιό ανεβάζουν μια ιδιαίτερη παράσταση, η οποία τη συγκινεί βαθύτατα.
Η σχέση της Μαριλού με τη Μάρι προκύπτει αργά, με συνομιλίες και κατανόηση, και η υπόθεση ξετυλίγεται με αφορμή την ξαφνική επιδείνωση της υγείας της Μάρι αλλά και των ανθρώπων που φροντίζει η Μαριλού. Από τη μια στιγμή στην άλλη, ο οργανισμός καταρρέει και η ζωή ξεγλιστρά: ο Χαμαγκούτσι, μέγας ουμανιστής αλλά και μάστορας των λεπτομερειών στην εικόνα και στον διάλογο, απέδωσε θεσπέσια τη ζωτική ροή που αναθαρρεύει, ξαναδημιουργεί, αλλά διακόπτεται ανεξήγητα, ακόμη κι αν το «Ξαφνικά», που διαγωνίζεται για τον Χρυσό Φοίνικα και έχει αποσπάσει μερικές από τις καλύτερες κριτικές του φεστιβάλ, ξεφεύγει σε διάρκεια όταν δεν το έχει τόσο ανάγκη, δείχνοντας ωστόσο τον δρόμο των αποχρώσεων και της αυτοσυγκράτησης σε μια ενστικτώδη, ορμητική ηθοποιό.
«Υπάρχουν λέξεις στην ιαπωνική γλώσσα που περικλείουν ολόκληρα νοήματα, ιδέες που εμείς χρειαζόμαστε φράσεις για να τις περιγράψουμε. Αυτό μου έμαθε ο Ριγιουσούκε, να είμαι περιεκτική», λέει η Εφιρά, περνώντας αμέσως στο επόμενο πρότζεκτ της. «Ξέρετε, στη Γαλλία έχουμε καλό σινεμά, αλλά όχι και τόσο σπουδαία μυθοπλασία στην τηλεόραση, οπότε με τον Νιλς (Σνεντέρ) ετοιμάζουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα και διαφορετική μίνι σειρά τους επόμενους μήνες». Με το καλό!
Το τρέιλερ της ταινίας