Παρακολουθούσα τις προάλλες μια πολύ παλιά ταινία με τον Κάρι Γκραντ, το My Favourite Wife, του Γκάρσον Κάνιν. Από τις άγνωστες και πιο τζούφιες του. Ο ίδιος, θεσπέσιος όπως πάντα. Είναι προφανές πως ο Τζορτζ Κλούνι διαθέτει τον αδέσμευτο ερωτισμό του Γκραντ και την παιγνιώδη, σχεδόν περιπαιχτική εφαρμογή της υποκριτικής. Αμέσως μετά είδα το παραγνωρισμένο Executive Suite του Ρόμπερτ Γουάιζ από το 1953, μια πολύπλοκη ιστορία διαδοχής σε μια μεγάλη εταιρεία σχεδιασμού επίπλων. Από το εκτεταμένο καστ, ο Γουίλιαμ Χόλντεν κρατούσε το έργο με το σφιχτό του ανδρισμό, τον ‘50s ιδεαλισμό, τις τρυφερές του εκλάμψεις, την πίκρα και την ελεγχόμενη απελπισία όταν οι καταστάσεις συγκρούονται με τον κώδικα δεοντολογίας και την αξιοπρέπειά του. Ποιον μου θύμιζε, ποιον μου θύμιζε... Τον Κλούνι φυσικά, τη σκοτεινή όψη της σελήνης, τον παρεξηγημένο ως κυνικό, το φιλελεύθερο ισορροπιστή της ανανέωσης με τον ουμανισμό, το σκληρό, παλιό κύτταρο, που κρύβει ένα ρομαντικό νοσταλγό της εποχής που οι άνδρες φέρονταν σαν... τον Γουίλιαμ Χόλντεν. Ξεκινάω έτσι γιατί η καταγγελία της corporate αναλγησίας που περιγράφει το Μάικλ Κλέιτον του σεναριογράφου Τόνι Γκιλρόι, που εδώ κάνει καθυστερημένα αλλά επιτυχημένα το ντεμπούτο του ως σκηνοθέτης, φέρνει στο νου την παλιά εκείνη ταινία του Γουάιζ, σποραδικά και ελλειπτικά, με κεντρικό άξονα τη σύγκρουση που προκύπτει από μια τυχαία περίπτωση στον πρωταγωνιστή.

Ο Κλέιτον είναι fixer, ένας παρασκηνιακός, παλιός και υποτίθεται έμπιστος υπάλληλος μιας μεγάλης νομικής εταιρείας, η ψυχή μιας επιχείρησης ψεμάτων και συγκάλυψης. Εκτελεί τη λάντζα περιωπής, εξυπηρετεί τους δύσκολους πελάτες, σε αυτόν απευθύνονται για τις βρόμικες δουλειές, αλλά τώρα ο χρόνος δεν περισσεύει και οι σύμμαχοι τον παρατάνε. Ο κλοιός έχει σφίξει εδώ και καιρό, αλλά πλέον συνειδητοποιεί πως τα κόλπα του δεν πιάνουν, από inside man βρέθηκε στο περιθώριο και γίνεται στόχος, την ίδια στιγμή που η ζωή του είναι άστοχη και ανούσια. Δούλευε για την εταιρεία με σιγουριά, αλλά ξέχασε να φτιαχτεί ο ίδιος. Ο Κλούνι δεν κρύβεται πίσω από μια γενειάδα, μια διπλή καταγωγή και περιττά κιλά, όπως στο Syriana. Κάνει αυτό που επιβάλλει και επιβάλλεται στον Κλέιτον με ωμή ειλικρίνεια και λιτότητα, φτάνει στο αμήν και αντιδράει καθυστερημένα αλλά καίρια.

Το φιλμ θα μπορούσε να έχει σκηνοθετηθεί από τον Γαβρά (μείον την κρυφή αριστερή ρητορεία) και πέφτει στους ώμους ενός ηθοποιού που χρόνια τώρα παραπλανεί τους πάντες πως είναι κατώτερος ηθοποιός σε αξία από αυτό που ο κόσμος αλλά και οι ειδικοί νομίζουν, κρίνοντας επιδερμικά από τη δημόσια μαρτυρία του. Όπως και με τον Κάρι Γκραντ. Αλλά αυτός τη βγαίνει Γουίλιαμ Χόλντεν από απρόσμενη έξοδο. Είναι το τέταρτό του χτύπημα, αν υπολογίσουμε και τις θαυμάσιές του προσπάθειες στη σκηνοθεσία. Είναι κάτι παραπάνω από τους δύο εκείνους σταρ του παρελθόντος. Έχει φωνή και θάρρος, αξιοθαύμαστη εφευρετικότητα και ποικιλία, αβίαστο στυλ και μια εικόνα που, μέσα από τη γοητευτική της όψη, προσκαλεί σε πράγματα με βάθος, και ιστορίες με αναγωγές με κριτική ματιά και πολλαπλές αναγωγές. Μεγάλη περίπτωση, βραδυφλεγής, και γεμάτη υποσχέσεις, μια ενήλικη ελπίδα για ακόμη πιο ξεχωριστές ταινίες, δικές του ή άλλων.