Με ένα σεντόνι, χαρμολύπη και απέριττα μέσα, τον Κέισι Άφλεκ και τη Ρούνι Μάρα σε ένα παλιό σπίτι γεμάτο αναμνήσεις και ματαιωμένες επιθυμίες, ο Ντέιβιντ Λόουρι μάς χάρισε μια αξέχαστη μπαλάντα αποχωρισμού με το Ghost Story πριν από 10 περίπου χρόνια. Σε εντελώς διαφορετικό και σίγουρα πιο εντυπωσιακό σκηνικό, ο Αμερικανός σκηνοθέτης ασχολείται και πάλι με φαντάσματα, κάτω από το πρίσμα της έσχατης ρομαντικής προδοσίας και της απώλειας της ουσιαστικής ταυτότητας. Το συναίσθημα τού διαφεύγει, αφού στο Mother Mary περισσεύουν τα λόγια και οι εικαστικές μεταφορές. Η Αν Χάθαγουεϊ υποδύεται μια ποπ σταρ, κάτι σαν «Μαντόνα Σουίφτ», με το πλουμιστό φωτοστέφανό της να ξετρελαίνει τους φαν στις ογκώδεις συναυλίες της. Ένα ατύχημα στη σκηνή, καλά βιντεοσκοπημένο σε βαθμό εκτεταμένου viral, την έκλεισε ερμητικά στον εαυτό της, σε βαθιά περισυλλογή και ανείπωτη θλίψη. Επιστρέφοντας στην ενεργό δράση, στρέφεται στην πρώην ερωμένη της, μια ενδυματολόγο, τη Σαμ, που την απέκλεισε απότομα από τον κόσμο της, κάτι που εκείνη της δεν της έχει συγχωρέσει. Στην απόπειρά τους να συνεργαστούν με πιο επαγγελματικούς όρους, το παλιό τραύμα του χωρισμού δεν βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις για να εκφραστεί και να επουλωθεί, αλλά στη διαδικασία της πρόβας ενός ρούχου ικανού να σηματοδοτήσει την προσωπικότητα της Mother Mary, ένα κοινό υπερφυσικό βίωμα έρχεται στην επιφάνεια. Όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, οι δυο γυναίκες επιχειρούν να το ξορκίσουν, αφού αρχικά διστάζουν να το αποδεχτούν. Σαν την καλή του φίλη, την Κλόι Ζάο στον Άμνετ, ο Λόουρι ξεκινά με μια θεατρικού τύπου διαλογική αντιπαράθεση και ανεβάζει ταχύτητες για να συγκρουστεί με μια υπερβατική εμπειρία, στο οπερατικό ύφος του Vox Lux του Μπρέιντι Κόρμπετ, αλλά σε φαντασιακό επίπεδο, και σε μουσική υπόκρουση του στενού του συνεργάτη, συνθέτη Ντάνιελ Χαρτ. Τον εξαντλητικό βερμπαλισμό της πρώτης ώρας διαδέχεται η οπτική περιφραστικότητα του φινάλε. Και οι πικρές αιχμές που εκτοξεύει η σκληρή Μικέιλα Κόουλ στη μονίμως κλαμένη και αμυνόμενη Αν Χάθαγουεϊ παραχωρούν τη θέση τους σε ένα εικαστικό concept που θα ήθελε να είναι επινοητικό και βαθύ, αλλά απλώς μουδιάζει τις αισθήσεις και αναδίδει επιμελημένη ψυχρότητα, παρά το κατακόκκινο που κατακλύζει την οθόνη. Παγιδευμένος ανάμεσα σε μικρές, προσωπικές κινηματογραφικές καταθέσεις όπως το Green Knight και απαλές mainstream παραγωγές, όπως οι δυο ταινίες με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και ο Πίτερ Παν, ο Λόουρι ακόμη μας κρατά σε σασπένς με την υπόσχεση του ευγενικού ταλέντου του.