Το Παίζει Ακόμη; είναι η ιστορία του διαζυγίου του Άλεξ και της Τες Νόβακ. Κυρίως του Άλεξ, και βασικά της παρατεταμένης, μεταβατικής φάσης του χωρισμού, που ενώ είναι προφανής στους φίλους, στους γονείς και στα δυο αγοράκια τους, γίνεται όλο και πιο δύσκολος για τους ίδιους, όσο συνειδητοποιούν πως έπειτα από είκοσι χρόνια γάμου, τρία αρραβώνα, δύο συγκατοίκησης και ενός γνωριμίας, θα πρέπει να απατήσουν ο ένας τον άλλον, όχι αναγκαστικά με έναν καινούργιο σύντροφο, αλλά με το κρυφό χόμπι της αρεσκείας τους. Η Τες, πρώην βολεϊμπολίστρια, εξετάζει την προοπτική να επανέλθει στη δράση ως προπονήτρια εν όψει τον Ολυμπιακών του Λος Άντζελες σε δύο χρόνια. Το σκέφτεται, αλλά κάτι δεν την αφήνει να δεσμευτεί, παρά την ενθουσιώδη παραίνεση όσων γνωρίζουν και εμπιστεύονται τις δυνατότητες και το ταλέντο της. Και ο Άλεξ, γενικά και αόριστα απασχολούμενος στον χώρο των οικονομικών, μπαίνει δειλά στον μαγικό κόσμο του stand up comedy, φοβισμένος και εντελώς ανέτοιμος στην αρχή, αλλά σταδιακά παίρνοντας κουράγιο από το υλικό που αντλεί από τα βιώματα, τις αγωνίες και την αδυναμία του να εκφράσει τον πραγματικό του εαυτό στους οικείους του. Μάλιστα, σε μια από τις ολοένα πιο επιτυχημένες εμφανίσεις του σε ένα κλαμπ, η Τες είναι παρούσα χωρίς εκείνος να το γνωρίζει και ακούει πράγματα που την εκπλήσσουν, όχι απαραίτητα αρνητικά. Βλέπει έναν μεταμορφωμένο Άλεξ, ή μάλλον τα χαρίσματα που κάποτε τη γοήτευσαν και πασχίζει να διακρίνει στη σπασμένη καθημερινότητα που ακόμη μοιράζονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Ο Άλεξ έχει βρει αυτό το ανορθόδοξο και ιδανικό μέσον ψυχοθεραπείας, έναν καλό αγωγό ανάδυσης των θαμμένων αισθημάτων του στην επιφάνεια, εκεί που οι καλοί του φίλοι αποτυγχάνουν να επαναφέρουν τον ασθενή παλμό του. Όταν ο εκκεντρικός, γενειοφόρος, μονίμως χαρωπός ηθοποιός Μπολς, που υποδύεται ο σκηνοθέτης της ταινίας, Μπράντλεϊ Κούπερ, τον συγχαίρει για την απαστράπτουσα μεταστροφή του και του υπενθυμίζει πως ανέκαθεν ήταν ο πιο αστείος της παρέας, ο μονίμως αμήχανος Άλεξ σταματάει να κρατάει κρυφή την επαγγελματική του ερωμένη, αλλά ξεκαθαρίζει πως αγαπάει την Τες και παραδέχεται πως καλύτερα δυστυχισμένοι μαζί παρά χώρια και με μόνιμο άγχος για το ασαφές κυνήγι της επόμενης ευτυχίας.

 

Αντίθετα από την Ιστορία Γάμου του Νόα Μπάουμπακ, συμπτωματικά και πάλι με τη Λόρα Ντερν, όπου εκεί έπαιζε τον ρόλο της δικηγόρου, το concept του διαζυγίου στο Παίζει ακόμη; ξεδιπλώνεται φυσικά και αβίαστα, όπως περίπου τα αληθινά περιστατικά εν είδει πικρών ανεκδότων που δεν έχει συναρμολογήσει εντελώς στο μυαλό του ο Άλεξ, προτού τα εκστομίσει στο άγνωστο κοινό που τον παρακολουθεί. Ο ακανόνιστος απολογισμός μιας ζωής που έχει περάσει αλλά δεν έχει τελειώσει ακόμη παίρνει μορφή και ουσία, αν και συχνά μοιάζει με νατουραλιστική ραψωδία της εμμηνόπαυσης με ταλαντούχο καστ σε μια συνεχή πρόβα, σαν ένα θεατρικό που δεν μας αφορά ιδιαίτερα. Εμπνευσμένη από τη ζωή τού σχετικά άγνωστου Βρετανού πρώην ποδοσφαιριστή και περφόρμερ, Τζον Μπίσοπ, η ιστορία του Άλεξ θίγει την τάξη της πολυτελούς αεργίας, το μικρό σύμπαν των first world problems προβλημάτων, που ο Κούπερ στην τρίτη του ταινία αντιμετωπίζει με κοντινά πλάνα, έξυπνες λεπτομέρειες στο σενάριο, αν και σπουδαιοφανή ρεαλισμό με θερμοκρασία ευρωπαϊκού σινεμά, εκεί που μια αμερικανική screwball κωμωδία θα τον ανέτρεπε ταιριαστά με αναρχικό παραλογισμό.