Η τελευταία στάση της συναρπαστικής διαδρομής του μεγαλύτερου δίδυμου στην ιστορία του σινεμά ήταν στην Αγγλία, όταν ο Βρετανός Σταν Λόρελ (ο Λιγνός) και ο Αμερικανός Όλιβερ Χάρντι (ο Χοντρός) αποδέχτηκαν την πρόσκληση ενός ιμπρεσάριου για μια θεατρική περιοδεία, πολλά χρόνια μετά την τελευταία τους συνεργασία στη μεγάλη οθόνη.

 

Μετά από άστατη ζωή και πολλές αστοχίες και οι δυο είχαν ανάγκη τα χρήματα, έστω κι αν αυτό σήμαινε να κάνουν εμφανίσεις σε σκηνές υποδεέστερες της έστω και φθαρμένης φήμης τους. Εκτός από το οκονομικό, ο Λόρελ είχε την πεποίθηση πως ένας Άγγλος παραγωγός είχε εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση της επιστροφής τους στο σινεμά και, στο περιθώριο των θεατρικών του σκετς που αναβίωναν για ένα γέρικο και δύσπιστο κοινό, έγραφε πυρετωδώς μια κωμωδία για τον Ρομπέν των Δασών, φυσικά με τη σφραγίδα του Χοντρού-Λιγνού.

 

Ο τρόπος που οι δύο ηθοποιοί προσεγγίζουν τη σύγκρουση και την κάθαρση είναι ουσιαστικά όλο το έργο.

Αυτή την τόσο επιτυχημένη, ευδιάκριτη στάμπα ιλαρότητας και γλυκύτητας, σωματικού χιούμορ και τρυφερότητας, slapstick και προσήλωσης στις αποχρώσεις μιας σύνθετης σχέσης συλλαμβάνει ο σκηνοθέτης Τζον Μπερντ, και κυρίως ο Στιβ Κούγκαν με τον Τζον Ράιλι σε δύο υπέροχες ερμηνείες που προσπερνούν άνετα την παγίδα της μίμησης. Στην καρδιά της ταινίας φωλιάζει μια απωθημένη πίκρα που οφείλεται σε παλιά, αλλά όχι εντελώς ξεχασμένη παρεξήγηση μεταξύ των δύο συνεταίρων.

 

Ο τρόπος που οι δύο ηθοποιοί προσεγγίζουν τη σύγκρουση και την κάθαρση είναι ουσιαστικά όλο το έργο: οι Κούγκαν και Ράιλι συγκινούν και πείθουν πως ο Σταν και ο Όλι αγαπιούνταν βαθιά, γιατί η φιλία ο σεβασμός και η εκτίμηση συνιστούν λίγες, σπάνιες, αλλά αξέχαστες στιγμές, έναν μεγάλο έρωτα.

 

Ο Χοντρός και Λιγνός, μια ταινία σωστή, με πλεόνασμα σεβασμού και σχετικό έλλειμμα έκπληξης, ακολουθεί την άρτια, αν και συμβατική πεπατημένη της βιογραφίας που επικεντρώνεται στην όχι και τόσο γνωστή περίοδο ανθρώπων, των οποίων η ζωή έχει ενδιαφέρον επιπρόσθετο της πολιτείας τους.

 

Το bonus είναι πως ξαναθυμίζει δυο γίγαντες που έχασαν, άδικα, τη θέση που δικαιούνταν, κάνοντας μόνο μια εισαγωγική αναφορά στη μεγάλη δόξα που απολάμβαναν την εποχή που γύριζαν τις μεγάλες επιτυχίες τους με παραγωγό τον αμείλικτο Χαλ Ρόουτς.