Το Αν είχα πόδια θα σε κλοτσούσα είναι το κινηματογραφικό παιδί του Eraserhead του Ντέιβιντ Λιντς με το Images του Ρόμπερτ Άλτμαν, με το άγρυπνο, αγριεμένο βλέμμα του Τζος Σάφντι στην παραγωγή και την ψυχωμένη σκηνοθεσία της Μέρι Μπρονστάιν, δεκαεφτά χρόνια μετά το ντεμπούτο της με το χαρακτηριστικά mumblecore Yeast. Αταλάντευτα και ασφυκτικά, το ντελιριακό θρίλερ για τη μητρότητα παρακολουθεί την αγωνία της Λίντα, μητέρας ενός άρρωστου μικρού κοριτσιού, που το πηγαινοφέρνει στο νοσοκομείο, μιλά ακατάσχετα στον απόντα ναυτικό σύζυγό της (Κρίστιαν Σλέιτερ), που τη διαβεβαιώνει πως όλα θα πάνε καλά, ενώ το σπίτι της πλημμυρίζει από το ταβάνι του σαλονιού· σαν να μην έφτανε αυτό, το ίδιο βράδυ η οροφή καταρρέει, μια τεράστια τρύπα αδειάζει ό,τι υδραυλικό έχει απομείνει από ψηλά, έτσι αναγκάζεται να μετακομίσει σε ένα παραθαλάσσιο μοτέλ στο Μόντοκ. Απολύτως τίποτε δεν λειτουργεί καλά στη ζωή της ψυχοθεραπεύτριας Λίντα: η βοήθεια που απελπισμένα αναζητά στο πρόσωπο του συναδέλφου της (Κόναν Ο’ Μπράιαν, σε εντελώς κόντρα ρόλο) βρίσκει έναν ανέκφραστα απρόθυμο τοίχο συγκαταβατικής άρνησης. Η υπάλληλος του πανδοχείου τη σαμποτάρει σαδιστικά αντί να την εξυπηρετήσει, ζητώντας της ακόμη και ταυτότητα για να της πουλήσει ένα μπουκάλι κρασί. Ακόμη και ο υπάλληλος του μοτέλ (o χαρισματικός A$AP Rocky στο κινηματογραφικό ντεμπούτο του), κάτι ανάμεσα σε καθαριστής και babysitter, θέλει να τη βοηθήσει αλλά συναντά την καχυποψία της, προϊόν του αυξανόμενου εκνευρισμού και της κούρασής της. Και η κόρη της, το πρόσωπο της οποίας δεν βλέπουμε ποτέ, δεν σταματά να γκρινιάζει για τα σωληνάκια στο σώμα της που δεν λένε να βγουν, παρά τις υποσχέσεις της μητέρας της. Η κόλαση μιας μητέρας σε γκρο πλαν δεν κοπάζει ποτέ, το αντίθετο, μοιάζει να πολλαπλασιάζεται ρεαλιστικά από μια ξέφρενη πορεία σε μια αδιέξοδη περιδίνηση και, μεταφυσικά, από μια τρύπα που άλλοτε βγάζει ένα απόκοσμο γαλακτερό πύον και άλλοτε αστράφτει σαν παράθυρο σε ένα άλλο, καλύτερο σύμπαν από την αγχωτική καθημερινότητα.
Το Αν είχα πόδια θα σε κλοτσούσα, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Sundance και, στα πρότυπα του Past Lives, διαγωνίστηκε και για τη Χρυσή Άρκτο στην 75η Berlinale, είναι μια στυλιζαρισμένα αποπροσανατολιστική παραβολή για την επαχθή, υπερβολική, παρανοϊκή ευθύνη που αναλαμβάνει η μητέρα για το παιδί της σε ένα έρημο από άνδρες περιβάλλον. Το αν η Λίντα είναι ψυχοπαθής, φαντάζεται ή βιώνει πραγματικά ό,τι συμβαίνει, δεν το μαθαίνουμε ακριβώς, αλλά η αντιπαραβολή της με μια δική της ασθενή (Ντανιέλ ΜακΝτόναλντ) που της φέρνει το βρέφος της και μοιράζεται τις ακραίες ανησυχίες της προτού εξαφανιστεί και το εγκαταλείψει λειτουργεί ως διαφωτιστική προβολή για τον χαρακτήρα της πρωταγωνίστριας.
Σε ένα ταξίδι που μοιάζει περισσότερο με συνεχή μετωπική σύγκρουση, η Αυστραλή Ρόουζ Μπερν, βραβευμένη από το ξεκίνημα της καριέρας της με το Volpi Cup στο Φεστιβάλ Βενετίας για το Goddess of 1967, εξαργυρώνει μοναδικά τη θητεία της στη φρίκη (Insidious), στο δράμα (για το τηλεοπτικό «Damages» που της έφερε υποψηφιότητες για Emmy και Χρυσή Σφαίρα) και την κωμωδία (Bridesmaids), σε ένα ρεσιτάλ αποδόμησης μιας αγωνιώδους προσωπικότητας σε χιλιάδες θραύσματα, με απέραντη θλίψη, αφηνιασμένο τέμπο και συχνά ευπρόσδεκτη ιλαρότητα. Χωρίς αυτήν και το τρομερό πρόσωπό της σε σφιχτό κοντινό πλάνο, που αισθανόμαστε πως μάθαμε απ’ έξω μετά το τέλος της προβολής, η ούτως ή άλλως βαριά ταινία θα ήταν δυσβάσταχτη, και μάλλον το στοίχημα της Μπρονστάιν, που επίσης παίζει έναν μικρό ρόλο, δεν θα έβγαινε πρακτικά. Η Μπερν ήδη τιμήθηκε για την ερμηνεία της από τους κριτικούς της Νέας Υόρκης και η υπερβατική της Λίντα θα συναγωνιστεί την αιθέρια Άνιες της Τζέσι Μπάκλεϊ στο Άμνετ για το Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου.






- Facebook
- Twitter
- E-mail
0