Το ντοκιμαντέρ Το τραγούδι του δάσους είναι, σε μια ακροβατικά αδόκιμη σύγκριση, το αντίθετο του Jurassic Park: πραγματεύεται τον φυσικό κόσμο που εξαφανίζεται, αλλά προτιμά να αφουγκράζεται τη σιγαλιά του, να νιώθει τις σιωπές του και να σέβεται τον αργό ρυθμό στον οποίο κινείται, προσφέροντας θέαμα «αβάδιστο», αβίαστο και εντυπωσιακό, χωρίς artifice και το άγχος των genres για να συναρπάσει τα πλήθη. Ένα εκατομμύριο σινεφίλ συνέρρευσαν στις αίθουσες της Γαλλίας για μια εμπειρία εμβύθισης που δεν συναντάμε συχνά, και είναι ευτύχημα όταν σπιλμπεργκικής κλίμακας box office ενός slow cinema με νόημα και διαφορετική οπτική μεγαλοπρέπεια συμβαίνει με τέτοια αρμονία.

 

Ο φωτογράφος και σκηνοθέτης Βενσάν Μινιέ, δημιουργός της Λεοπάρδαλης του Χιονιού, που επίσης είχε κόψει πάνω από μισό εκατομμύριο εισιτήρια πριν από μερικά χρόνια, ανέκαθεν λάτρευε τη φύση, όπως άλλοι τιμούν τη θρησκεία τους – την πρώτη φορά που είδε αγριόκουρκο, τον παρομοίασε με καθεδρικό ναό! Με τον γιο του, συναντούν τον πατέρα του, που τον μύησε στην αρετή της υπομονής, για ένα προσκύνημα στο δάσος, στα αγέρωχα, ακόμη κατάφυτα Βόσγια Όρη της Λωρραίνης που κόβουν την ανάσα με την ομορφιά τους. Σαν ένα παραμύθι που λέμε γύρω από το τζάκι για έναν αθέατο κόσμο πέρα από τον χρόνο, οι τρεις γενιές των Μινιέ μοιράζονται τις ιστορίες της ζωής που συνηθίζουμε να αποκαλούμε άγρια αλλά εδώ ξεδιπλώνεται ευγενικά και αργά, νομοτελειακά και συχνά ανήμπορα, διακρίνοντας τις λεπτομέρειες πίσω από τη μεγάλη εικόνα των φυσικών κύκλων, όπως ακριβώς ξεπροβάλλουν τα δέντρα μέσα από τη χειμωνιάτικη καταχνιά.