Η εμπορική ανταπόκριση της «Κάπτεν Μάρβελ», ακριβώς πριν από την πανδημία, γέννησε την αισιοδοξία πως μια παραγωγή υπερ-ηρωίδων εφάμιλλη με τις αντίστοιχες «ανδρικές» είχε τελικά θέση στην παγκόσμια κοινωνία του θεάματος και δεν ήταν απλώς ένας ευσεβής πόθος του χρόνιου, και ως έναν βαθμό δίκαιου αιτήματος για διάρρηξη της άνανδρης, αναίτιας ανδροκρατίας στα υψηλά κλιμάκια των προϋπολογισμών και του υποτιθέμενα τεστοστερόνικου είδους της περιπέτειας.

 

Όπως όλα πλέον μεταβάλλονται με ρυθμούς εκτός στατιστικών μετρήσεων και ακριβών υπολογισμών, έτσι και οι συνθήκες που άλλοτε κυοφορούσαν θριάμβους και αναπτύσσονταν γεωμετρικά με τους νόμους της αγοράς και των πρότερων κινηματογραφικών παραδειγμάτων αλλάζουν άρδην, απειλώντας τα ακλόνητα πλάνα ενός κολοσσού, όπως η Disney, πιο συγκεκριμένα του αξιοσέβαστου παραρτήματος/σύμπαντος της Marvel.

 

Πολλοί ίσως έχουν ήδη ρίξει μια ματιά στο παρασκηνιακό άρθρο του «Variety» για τα πεπραγμένα στο βασίλειο του Κέβιν Φάιγκι, τις εσφαλμένες επιλογές, τις χαμηλές πτήσεις ταινιών και σειρών που είχαν προγραμματιστεί και υλοποιηθεί την τελευταία τριετία, τις τρεμάμενες προβλέψεις των επαγγελματιών στην ιχνηλασία του box office, την ανισορροπία μεταξύ των λιγοστών καλών σουτ και των πολλών αστοχιών, ακόμη και σε κενό τέρμα. Η άδεια εστία δεν είναι παρά το αντίπαλο δέος, η DC, που χαροπαλεύει με έναν «Batman» της προκοπής το τελευταίο διάστημα, ψάχνοντας να δει τι μπορεί να κάνει με τα ακριβοπληρωμένα ατού της. Και οι κάτω του αναμενομένου αποδόσεις αφορούν τις απώλειες ακόμη και σε βαριά χαρτιά, όπως ο τηλεοπτικός Λόκι, που ήταν αρκετά κάτω σε τηλεθέαση συγκριτικά με την προηγούμενη σεζόν.

 

Κι ενώ η Warner είχε να αντιμετωπίσει τον λεπτό χειρισμό της ιδιάζουσας περίπτωσης του Έζρα Μίλερ λόγω των κατηγοριών που τον βάρυναν και της έλλειψης χρόνου ώστε η κοινή γνώμη να αποδεχθεί τη μεταμέλειά του, ήρθε το περιστατικό των μηνύσεων κατά του, αθώου κατά την άποψή του, Τζόναθαν Μέιτζορς, για να προκαλέσει σημαντικούς τριγμούς στο οικοδόμημα που χτιζόταν μεθοδικά στο «Antman».

 

Επιπρόσθετα, η συνεχιζόμενη απεργία των ηθοποιών δεν βοηθά καθόλου μια ταινία όπως το «Marvels», που ποντάρει στην προώθηση και στο λανσάρισμα, αφού αποπειράται να μας θυμίσει τι έχει συμβεί με τη σμηναγό Κάρολ Ντένβερς που είχε χάσει την ταυτότητά της από την τυραννική φυλή των Kree, να διερευνήσει τι ακριβώς συνέβη και χάλασε η εγκάρδια σχέση της με την κόρη της καλύτερής της φίλης, την «ανιψιά» της Μόνικα Ραμπό, που δεν έχει κομικίστικο υποκοριστικό γιατί αντιστέκεται με μια κάποια δόση σοβαρότητας, καθώς και να μας συστήσει μια ανήλικη, επίδοξη ηρωίδα, τη μεγαλύτερη θαυμάστριά της, την Κάμαλα (κλείσιμο ματιού στη μεγάλη αφροθηλυκή ελπίδα των Δημοκρατικών!) Χαν, γνωστή και ως Ms. Marvel. 

 

Η μικρή θέλει να γίνει μέλος της παρέας, όπως κάθε οπαδός του Σύμπαντος, και αυτή η απονήρευτη προθυμία με τα γουρλωμένα μάτια και τα μελιστάλαχτα θαυμαστικά βάζει έμμεσα το fanbase στο παιχνίδι, προσκαλώντας τους ονειροπαρμένους nerds να ταυτιστούν με το ethnic κορίτσι της διπλανής πόρτας που έτυχε να φορά το κβαντικό βραχιόλι το οποίο αναζητά η εκδικητική κακιά της υπόθεσης, και το ψάχνουν μανιωδώς όλες, για να επισπεύσουν την καταστροφή ή τη σωτηρία του κόσμου, ανάλογα με τη θέση στην οποία βρίσκονται.

 

Το σενάριο την προδίδει και η τεχνική υποστήριξη δεν κρατά καν τα προσχήματα: οι «Marvels» βυθίζονται σε μια ανιαρή και τελείως ακίνδυνη χορογραφία μονομαχιών δωματίου, που κάποια στιγμή επεκτείνεται σε γαλαξιακά σκηνικά τα οποία έχουμε ξαναδεί σε απείρως απειλητικότερες και πιο ευφάνταστες παραλλαγές. Η καλλιτεχνική διεύθυνση παραπέμπει στη μικροαστική διαστημική λογική του camp τηλεοπτικού κωμικού έπους της δεκαετίας του ’60, το «Χαμένοι στο Διάστημα», ενώ οι μοχθηροί αντίπαλοι, εντελώς στερημένοι από μεγαλοπρέπεια ή, έστω, μια υποψία αξιοπρέπειας και αυτονομίας, θα μπορούσαν κάλλιστα να φιγουράρουν ως κομπάρσοι σε ένα τυπικό επεισόδιο οποιασδήποτε φάσης του «Star Trek», εκτός από την τελευταία, και σίγουρα πιο αναβαθμισμένη.

 

Το σύνθημα φαίνεται να είναι «ας κάνουμε ό,τι μπορούμε με ανακυκλωμένα υλικά και επαναλαμβανόμενους χαρακτήρες μέχρι να δούμε ποια ιδέα θα προκριθεί ως καλύτερη για την επόμενη κυκλοφορία». Ακόμη και όταν ξεμυτίζει δειλά προς την αφηγηματική τρέλα, στις γάτες που καταβροχθίζουν καλοπροαίρετα με τα πλοκαμοστόματά τους, και κυρίως κατά την επίσκεψη της Κάρολ σε έναν πλανήτη όπου όλοι τραγουδούν και την υποδέχονται με τιμές αρχηγού κράτους, η κατάληξη του ανέκδοτου απουσιάζει όπως ένα αέριο που έχει διαρρεύσει σε ανύποπτο χρόνο – για τη σκηνογραφία μαθητικής παράστασης, ούτε λόγος…

 

Το τι συμβαίνει στις αίθουσες συσκέψεων της MCU, ποια είναι η ρεαλιστική προσμονή και ποιο το τελικό αποτέλεσμα των εξετάσεων, πώς οι μυθοπλασίες για τις αίθουσες θα τροφοδοτούν το Disney+ και τούμπαλιν, αν θα ξηλωθούν το εκπονημένο πλάνο, ο Κανγκ και οι χρυσές αλλαγές που περιμένουν τη σειρά τους στον πάγκο, και ποιος θα πείσει τον ενωτικό Iron Man να ανακτήσει την ξεριζωμένη του καρδιά –και αν ναι, με τι οικονομικό τίμημα–, όλα αυτά αφορούν ένα άλλο ρεπορτάζ. Το τι βλέπουμε ωστόσο στην οθόνη είναι εντελώς αποκαρδιωτικό, σαν ανταλλαγή χαριτωμένων διδαχών περί οικογένειας για εσωτερική κατανάλωση, με τον επικεφαλής της σεμνής και μπερδεμένης τελετής Νικ Φιούρι του Σάμιουελ Τζάκσον αμήχανο και απαυδισμένο από τη φαυλότητα του θέματος.

 

Η Μπρι Λάρσον γίνεται μία ακόμα Χίλαρι Σουάνκ της νεότερης εποχής: είναι η ηθοποιός που έλαμψε σε έναν απαιτητικό ρόλο, πήρε δίκαια το Όσκαρ για το σπαρακτικό «Room», όπως ακριβώς η Σουάνκ στο «Boys don’t cry» καθώς και στο «Million Dollar Baby», αλλά αδυνατεί να εκπέμψει οποιαδήποτε ζεστασιά, αυθεντικότητα, πειθώ ή star quality, αν επιμένετε, σε οτιδήποτε άλλο έχει παίξει ή να ανεβάσει το επίπεδο ενός ισχνού σεναρίου, παγώνοντας στην ιδέα ή τη θέα του. Το «Marvels» είχε τη μοναδική ευκαιρία να μηδενίσει με την καλή έννοια, ξεκινώντας μια φρέσκια ματιά στην προσέγγιση και την πλοκή, μετά τους «Avengers», ειδικά αφού το πρωτότυπο εγχείρημα των «Eternals» δεν δείχνει να απογειώνεται σύντομα, ποιος ξέρει γιατί. Αντ’ αυτού, θα του ταίριαζε ο υπότιτλος «The Endgame», αν δεν είχε σφραγίσει το φινάλε μιας τόσο δοξασμένης, αλλά τόσο μακρινής εποχής.