Eρπύστριες από τα άρματα μάχης και οι σφαίρες των Ισραηλινών επιδρομέων σκεπάζουν την καταγεγραμμένη συνομιλία της μικρής Χιντ Ρατζάμπ με τους εθελοντές στο κέντρο της Ερυθράς Ημισελήνου, παραρτήματος του Ερυθρού Σταυρού για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Ούτε 6 χρονών ακόμη, η μικρή κατάφερε να τηλεφωνήσει μέσα από το διάτρητο από σφαίρες αυτοκίνητο της οικογένειάς της, λίγα λεπτά μετά τη δολοφονία των –ανήλικων– εξάδελφων και των θείων της· άμαχοι στη Γάζα, στο έλεος μιας επιχείρησης σωτηρίας που αποδείχθηκε αδύνατη τον Ιανουάριο του 2024. Στη μέση της προώθησης της προηγούμενης ταινίας της, η Κάουθερ Μπεν Χάνια πληροφορήθηκε το γεγονός και παράτησε ό,τι έκανε για να ασχοληθεί άμεσα με το ζήτημα, να βρει το υλικό, να βρει πόρους και να σκεφτεί με ποιον τρόπο θα το γυρίσει. Έναν χρόνο αργότερα, δήλωσε ευγνώμων στη συνέντευξη τύπου του Φεστιβάλ Βενετίας, και παράλληλα υπερήφανη και έκπληκτη για την ανταπόκριση από τους πιο απροσδόκητους συμμάχους –ανάμεσά τους ο Μπραντ Πιτ, ο Χοακίν Φίνιξ και ο Αλφόνσο Κουαρόν, οι οποίοι ανέλαβαν χρέη εκτελεστικού παραγωγού. Η Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ, πολιτικά επείγουσα και συγκινητική στον πυρήνα του φιλμ, μια ιστορία σπαρακτική και επίκαιρη, κάτι παραπάνω από ειρηνική χειρονομία στη σφαίρα του οικουμενικού statement, έγινε, αμέσως μετά το πρωτοφανές standing ovation διάρκειας 23 λεπτών στην παγκόσμια πρεμιέρα του Φεστιβάλ Βενετίας, φαβορί για τον Χρυσό Λέοντα, αλλά ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Αλεξάντερ Πέιν είχε διαφορετική άποψη· απένειμε το κορυφαίο βραβείο στον Τζιμ Τζάρμους και το ανεξάρτητο ανθρωποκεντρικό σινεμά που εκπροσωπεί, δίνοντας το δεύτερο σημαντικότερο βραβείο στην Μπεν Χάνια.
Η μυθοπλασία και η τεκμηρίωση πάντα συγχέονταν δημιουργικά στο σινεμά της Τυνήσιας σκηνοθέτιδας. Είτε πρόκειται για το χρονικό ενός κακοποιού της Τύνιδας στο «Challat of Tunis», είτε για τη ριζοσπαστικοποίηση μιας νέας γυναίκας και τη συνδρομή ηθοποιών στην αναπαράσταση των γεγονότων στις 4 Κόρες, είτε για την παράξενη υπόθεση του Ανθρώπου που πούλησε το δέρμα του, σε μία από τις δύο υποψηφιότητές της για Όσκαρ, οι ιστορίες της σφύζουν από ένταση και δεν νοιάζονται πολύ για την αυστηρή φορμαλιστική ταξινόμηση, αφήνοντας στο θέμα να υπαγορεύσει την τελική επιλογή τού συνήθως υβριδικού στυλ. Ευτυχώς, η Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ δεν έχει ανάγκη από οτιδήποτε αποσπά από την ουσία, γιατί το υλικό που τη στερεώνει αφηγηματικά είναι αληθινό και συγκλονιστικό. Τα 70 ανατριχιαστικά λεπτά που διαρκεί το τηλεφώνημα, με διακοπές και συχνά ελλιπή λήψη, είναι ένα θαύμα, αν αναλογιστεί κάποιος πως ένα νήπιο έπαιρνε τηλέφωνο από κινητό μέσα σε βομβαρδισμένη ζώνη, ανάμεσα στα αίματα και τους νεκρούς, φοβισμένο αλλά ψύχραιμο, ζητώντας να έρθει κάποιος να το σώσει.
Η ταινία διαδραματίζεται στο τηλεφωνικό κέντρο και η αγωνία της Χιντ αποτυπώνεται στα τρομαγμένα μάτια των ενδιάμεσων εθελοντών, με τις αγαθές προθέσεις και τις περιορισμένες δυνατότητες που μειώνονται όσο περνά η ώρα. Το θρίλερ συνεχίζεται και η Μπεν Χάνια, αν και δεν έχει πολλά όπλα στα χέρια της, δεν χάνει ούτε στιγμή την εμπιστοσύνη της στην καθαρότητα αυτής της παιδικής φωνής, που προσωρινά βρίσκει παρηγοριά μιλώντας για την τάξη της στο νηπιαγωγείο και αμέσως μετά κοιτάζει τρομαγμένη γύρω της, μήπως κάποιος βρεθεί να τη βγάλει από τον τάφο της.
Χωρίς να είναι αριστούργημα, η ταινία ζωντανεύει ένα τραγικό και σημαίνον περιστατικό που κινδύνεψε να χαθεί μέσα στη χαοτικά μακάβρια επικαιρότητα, και το αναδεικνύει αποτελεσματικά όταν απομονώνει το ντοκουμέντο στον ήχο και τις φωτογραφίες της άτυχης Ρατζάμπ, αν και εκβιαστικά όσον αφορά το συναίσθημα και κάπως χειριστικά όσον αφορά το δράμα δωματίου από τους ηθοποιούς που ανταποκρίνονται ως ανήμποροι διασώστες. Συνολικά, είναι αδύνατο να μην πλημμυρίσουν δάκρυα τα μάτια όσων κάνουν εικόνα ένα κορίτσι να επικοινωνεί από την κόλαση, μια αχνή φωνή που εκπροσωπεί τα 18 χιλιάδες παιδιά που έχουν μέχρι στιγμής χάσει τη ζωή τους σε αυτόν τον ατελείωτο πόλεμο.






- Facebook
- Twitter
- E-mail
0