Ο όμορφος ζωγράφος Τζέιμς αδυνατεί να ξεπεράσει τον χαμό της Μέρι, της νεράιδας του σκοτεινού παραμυθιού που κάποτε παραλίγο να τρακάρει σε μια στάση λεωφορείου στην εξοχή και δυστυχώς την ακολούθησε στη δηλητηριασμένη πόλη της, κεραυνοβόλα ερωτευμένος, παρά τις πολλές αμφιβολίες της για τον τελικό προορισμό και την έκβαση του love story που γεννήθηκε από την «Άρλεκιν» συνάντησή τους. Ή δεν είναι έτσι τα πράγματα; Το χάος που έχει στο μυαλό του ο πρωταγωνιστής της Επιστροφής στο Silent Hill δεν είναι αληθινό, τον προειδοποιεί η γιατρός που τον παρακολουθεί ψυχρά και μηχανικά στην πολυτελή κλινική. Εκείνος όμως επιμένει να ξαναγυρνά στη φαντασία του, σε ένα ναρκοπέδιο από τοξικά πλάσματα και ακραία φαινόμενα, νεκροζώντανος, απελπισμένος, στη δίνη ενός τυφώνα γεμάτου εφέ με χορευτές που υποδύονται τους απειλητικούς εχθρούς του, στην προσπάθειά του να ξαναβρεί την αιώνια αγαπημένη του. Η δεύτερη συνέχεια του sci-fi horror αποδεικνύει για μια ακόμη φορά πως η αισθητική των videogames δεν μεταφράζεται αρμονικά και δόκιμα στο σινεμά. Από το πρώτο δεκάλεπτο, ο Κριστόφ Γκανς, που με τον Ρότζερ Έιβαρι είχαν υπογράψει την πρωτότυπη μεταφορά, μας βυθίζει μανιωδώς σε έναν εφιάλτη από αφόρητα σωματοποιημένες τύψεις και δυστυχώς το κάνει με υπερβολική προσκόλληση σε ξεπερασμένες κατασκευαστικές λεπτομέρειες και ελλιπές γούστο, με ιντερλούδια παλιομοδίτικου μελοδράματος σε μια ομοβροντία αιματοβαμμένων CGI πυροτεχνημάτων – πόρρω απέχει από την αφηνιασμένα μπαρόκ, μεγαλοπρεπή αισθητική του Ταρσέμ Σινγκ.

 

Η δεκαετής αναμονή για την Επιστροφή στο δυσοίωνο Silent Hill ίσως σημάνει το άδοξο, αν και οριστικό τέλος αυτής της μάλλον περιττής εξάπλωσης του νοσηρού μικροσύμπαντος στη μεγάλη οθόνη.