Κάτω από τη βαριά σκιά του Οπενχάιμερ, της πολυβραβευμένης βιογραφίας της σεζόν, τα υπόλοιπα biopics ψάχνονται για να περάσουν στους θεατές τον δικό τους αβανταδόρικα τραγικό ήρωα, ειδικά οι μουσικές βιογραφίες. Το I wanna dance with somebody έμοιαζε περισσότερο με αγιογραφία του μάνατζερ και παραγωγού Κλάιβ Ντέιβις με τη Γουίτνι Χιούστον να υπηρετεί το όραμά του, ενώ ο Μάρλεϊ τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον του φανατικού πυρήνα του βασιλιά της ρέγκε, όχι όμως τους «περαστικούς».

 

Εν αναμονή του MJ για τον θρύλο της ποπ, το Back to Black έχει ένα βασικό μειονέκτημα από τα αποδυτήρια. Δεν γνωρίζουμε μόνο την καλά καταγεγραμμένη πορεία της Έιμι Γουάινχαουζ από την αφάνεια στη δόξα και από τα προσωπικά και οικογενειακά της θέματα στην αδόκητη συμπερίληψή της στο δυσοίωνο κλαμπ των 27άρηδων σούπερ-στάρ της μουσικής που έχασαν τη ζωή της σε αυτή την ηλικία, αλλά και τις χαρές και τις πίκρες, τα δράματα και τα καρδιοχτύπια, τις εμμονές και τους εθισμούς της μέσα από τα βιωματικά τραγούδια που εξιστορούσαν οτιδήποτε της συνέβη, και όλα της τα αισθήματα, καθαρά και μελωδικά, αξέχαστα και παντοτινά. Επομένως, η Σαμ Τέιλορ Τζόνσον έπρεπε να βρει έναν τρόπο για να αφηγηθεί την ιστορία της πρωταγωνίστριας του Back to Black, τον τίτλο του αστρονομικά επιτυχημένου επιτάφιου άλμπουμ της, που σημαίνει όχι μόνο την επιστροφή στις ρίζες της μαύρης μουσικής αλλά και τον αέναο μαγνήτη προς τη σκοτεινιά, τη μαυρίλα της ψυχής.

 

Συνέλαβε, λοιπόν, την ταινία ως καθαρό μελόδραμα με πολλές σκιές και έναν συνδυασμό πεζής καθημερινότητας και υψηλών ελπίδων μιας κοπέλας με αθεράπευτα κοριτσίστικα όνειρα, δηλαδή τον γάμο με τον έρωτα της ζωής της και πολλά παιδιά να συμπληρώνουν την ευτυχία που επιδίωκε, με τις παραδοσιακές ρίζες της στον εβραϊκό πυρήνα της οικογένειάς της, την ταλαίπωρη σχέση με τον επίσης performer πατέρα, την ταύτιση με την καλλιτέχνιδα, κοκέτα γιαγιά της ως προς την εξιδανίκευση της παλιάς καλής show biz και το χρονικό μιας ανελέητης, απάνθρωπης έκθεσης στα media, με τους παπαράτσι να καραδοκούν, να την απαθανατίζουν στις χειρότερες στιγμές της και να την προσβάλουν με τις παρατηρήσεις τους, προς άγραν ενός ακόμη ξεπεσμένου ενσταντανέ – ο Φρανκ Σινάτρα εμφανιζόταν επίσης με ένα ποτήρι ουίσκι στις συναυλίες του κι όλοι έλεγαν πόσο cool ήταν, ενώ η Έιμι καταχωρίσθηκε ως εθνική μπεκρού, γιατί η κατάρρευσή της παρέμεινε στο δημόσιο μάτι και εκτός σκηνής. 

 

Χωρίς να διακρίνουμε τις διαφορές στον ήχο, η φωνή της Γουάινχαουζ εναρμονίζεται με εκείνη της πρωταγωνίστριας Μαρίσα Αμπέλα, που αντικειμενικά δεν της μοιάζει, αλλά κάνει καλή δουλειά και από ένα σημείο κι έπειτα πείθει. Το Back to Black φαντάζει σαν σκληρό παραμύθι χωρίς διάθεση ακραίου εξωραϊσμού ή προειδοποιητικής ιστορίας και μας υπενθυμίζει πως η Γουάινχαουζ προσπάθησε με πείσμα να είναι ο εαυτός της δίχως να δηλώνει φεμινίστρια αλλά και χωρίς να δέχεται χειραγώγηση από τους εξπέρ της βιομηχανίας· παρά τις ομοιότητές της με μια σταρ της ροκ στο ντύσιμο και τη συμπεριφορά, τα πρότυπά της ήταν η Έλα, η Μπίλι και η Σάρα, η τζαζ του Τόνι Μπένετ και η soul παλιότερων δεκαετιών, η μουσική της ψυχής και του πόνου, ερμηνευμένη με καρδιά και αυτοπεποίθηση, σε μια προσωπική εκδοχή. Η Τέιλορ Τζόνσον, που έχει ξαναδοκιμάσει βιογραφία ενός θρύλου με το συμπαθές Nowhere Boy πάνω στα νεανικά χρόνια του Τζον Λένον, δεν δημιουργεί αξιομνημόνευτη σκηνοθετική ατμόσφαιρα αλλά αφηγείται σωστά και γρήγορα, και χρησιμοποιεί τα τρομερά τραγούδια με έμφαση στην ερμηνεία και όχι με τη λογική ενός juke box musical.