Η Καρδιά του Ταύρου καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα το μύχιο πορτρέτο ενός καλλιτέχνη στις στιγμές της δημιουργικής του έξαρσης αλλά και η βασανιστική προετοιμασία ενός σημαντικού έργου κατά τη διάρκεια του lockdown, με τις αναβολές, την αβεβαιότητα και τη σύγχυση που συνόδεψε τη νωπή στις μνήμες μας παύση κάθε ζωτικής λειτουργίας στον πλανήτη. Η σκηνοθέτις Εύα Στεφανή, που είναι φίλη και πνευματική συγγενής του Δημήτρη Παπαϊωάννου, επιλέγει σχεδόν ενστικτωδώς τις γωνίες παρατήρησης και συλλαμβάνει το σημαντικότερο στοιχείο της αλήθειας του, που είναι η γόνιμη αμφιβολία, η σύγκρουση που ξεπηδά από τη χαρά και τη νευρικότητα, την έμπνευση και το ουτοπικό κυνήγι της τελειότητας. Ο κορυφαίος Έλληνας χορογράφος, αναγεννησιακός και πολυσχιδής, πανκ ακόμη κι όταν συνοδεύει με Βιβάλντι τις επάλληλες κοσμογονίες του, πρόβαρε με την ομόπνοη ομάδα του τον Εγκάρσιο Προσανατολισμό, ένα ακόμη πολύπλοκο και απαιτητικό έργο, και ταυτόχρονα είχε βαριά άρρωστο τον πατέρα του, σε συνθήκες αποκλεισμού και σκληρής δοκιμασίας. Η Στεφανή ποτέ δεν εκβιάζει τη συγκίνηση από έναν άνθρωπο που γνωρίζει πολύ καλά, κι εξάλλου δεν θα παρέδιδε εύκολα το κοντρόλ του κοντά στην κάμερα. Είναι κρίσιμη η στιγμή και διακριτική, πηγαίο το αίσθημα, διάφανο το άγγιγμα της πατρικής διαδοχής, με αναμνήσεις σπασμένες και τρυφερές, που μας γυρνούν πίσω στην παιδική ηλικία, για λίγο, όσο χρειάζεται…
Συνυφασμένο με τον λόγο και τις εικόνες από τις δοκιμές και την παράσταση που μετά από καιρό ανέβηκε σε ευρωπαϊκές σκηνές είναι και το πρώτο και αξέχαστο ερωτικό σκίρτημα του Δημήτρη με τον Πίτερ των 18 του χρόνων στη Μύκονο. Το ξύπνημα της εγκατάλειψης, η καυτή λάμψη που έκτοτε λαχταρά «αφόρητα», αδρά εικονογραφημένο από τον ίδιο, σε ένα εξαίσιο αναδρομικό κόμικ εξομολόγησης και ονείρου. Η λογική του χαρακτήρα του θα δώσει τη θέση του σε ένα ταξίδι που δεν κατανοεί απόλυτα αλλά είναι ευγνώμων για την εμπειρία. Προσπαθεί εδώ και χρόνια να εναντιωθεί στον φορμαλισμό του, και η Εύα Στεφανή το διέκρινε, κυρίως στο τρυφερό της focus στην αποστροφή του βλέμματος της χορεύτριας Μπριάνα Ο’ Μάρα, της Αφροδίτης του Παπαϊωάννου.
«Αγαπώ πολύ τον Φελίνι», λέει σε ένα δηλωτικό σημείο του ντοκιμαντέρ ο Παπαϊωάννου, «γιατί αγαπάει πολύ τους ανθρώπους και το τσίρκο της ζωής». Για τον ίδιο λόγο αγαπά και την Πίνα Μπάους, για την κριτική της ματιά στην ομορφιά και την ασχήμια της ζωής, για το αίσθημα που εκβάλλει από την τέχνη της, και το πώς τελικά κερδίζει η ομορφιά, αυτή η ωραιότητα που ο σπουδαίος δημιουργός δουλεύει επί δεκαετίες, με πολλαπλές αναφορές στην τέχνη και συνεχείς επινοήσεις, με ανατάσεις και βουτιές στα πλατιά νερά και τις ατέρμονες σκάλες του, μια συστοιχία ονείρων με τεχνική εμμονή και αναπάντεχες αφαιρέσεις, σμιλεύοντας το πνεύμα στο εύπλαστο σώμα.








- Facebook
- Twitter
- E-mail
0