Δύο κολλητές σε ένα ορεινό χωριό, η Αργυρώ και η Αννέτα, βλέπουν τη σχέση τους να δοκιμάζεται μέσα από μια απόφαση που θα τις αλλάξει για πάντα. Η «Αρκουδότρυπα», η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που συνυπογράφουν σκηνοθετικά ο Στέργιος Ντινόπουλος και η Χρυσιάννα Παπαδάκη, ένα coming of age love story με φόντο την ελληνική επαρχία, κατάφερε να ξεχωρίσει πολύ γρήγορα, από την πρώτη εμφάνιση του στις αίθουσες ως μια 37λεπτη μικρού μήκους παραγωγή μέχρι να γίνει κανονικά ένα μεγαλύτερης διάρκειας φιλμ δυο ωρών.
Παρότι πρόκειται για ένα ανεξάρτητο φιλμ, η ταινία έφτασε μέχρι τη Βενετία, όπου απέσπασε το βραβείο Europa Cinemas Label, ενώ γνώρισε θερμή ανταπόκριση και στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, κερδίζοντας 7 βραβεία και πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι είναι υποψήφια και για 7 βραβεία IRIS.
Οι ίδιοι παραδέχονται πως όταν γύριζαν το φιλμ δεν φαντάζονταν ποτέ ότι θα δημιουργούσε γύρω της μια τόσο μεγάλη κοινότητα ανθρώπων ή ότι θα αγαπηθεί τόσο πολύ. Αυτό που θεωρούν σημαντικότερο από κάθε βραβείο είναι η επικοινωνία με το κοινό: «Όσοι την παρακολουθούν μάς αναζητούν, μάς στέλνουν μηνύματα και μοιράζονται μαζί μας τις δικές τους ιστορίες».
Για τη Χρυσιάννα Παπαδάκη, η συνθήκη αυτή ήταν «ένα παράξενο μιξ ταπεινότητας και ύβρις». Όπως εξηγεί, «πρέπει να έχεις πολύ πίστη στην ταινία και πάθος για το αντικείμενο, αλλά και να παραμένεις ανοιχτή στις προτάσεις και στις σκέψεις της ομάδας, αναζητώντας συνεχώς βοήθεια και απαντήσεις από ανθρώπους με εμπειρία που θέλουν να σε υποστηρίξουν». Οι βραβεύσεις και η διεθνής αναγνώριση ήταν κάτι που, όπως λένε, δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό τους την περίοδο των γυρισμάτων.
Σε μια εποχή που το να κάνεις ανεξάρτητο κινηματογραφο δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο όπως αναφέρει ο Στέργιος Ντινόπουλος. «Υπάρχουν περιορισμένοι πόροι και μεγάλη ανασφάλεια παραγωγικά. Από την άλλη όμως, αυτή η δυσκολία πολλές φορές οδηγεί και σε πιο προσωπικές και ελεύθερες ταινίες. Υπάρχει μια γενιά δημιουργών που συνεχίζει πεισματικά να κάνει σινεμά έξω από ασφαλείς φόρμες. Παρόλα αυτά είναι σημαντικό να πιέζουμε για αυξημένη χρηματοδότηση στην τέχνη και στον κινηματογράφο, όπως διεκδίκησε η πρωτοβουλία Ορατότητα Μηδέν πέρσι, για να μην συνηθίζουμε στην απλήρωτη εργασία και στην υποβίβαση της τέχνης. Είναι σκληρή δουλεία η δημιουργία».
Η βασική ιδέα της «Αρκουδότρυπας» γεννήθηκε μετά από μια «τρομακτική πεζοπορία» των δημιουργών άνω από το χωριό της Τύρνας, όταν συνειδητοποίησαν πως η φύση μπορεί να κάνει «τα υποβόσκοντα συναισθήματα να αναβλύζουν». Από εκεί ξεκίνησε η ιστορία των δυο κοριτσιών- μιας σχέσης γεμάτης τρυφερότητα, θυμό, αγάπη και ανείπωτες επιθυμίες. Το ορεινό τοπίο λειτουργεί ταυτόχρονα κυριολεκτικά και μεταφορικά, σαν ένας ζωντανός χώρος όπου οι φόβοι, οι επιθυμίες και οι εσωτερικές συγκρούσεις των ηρωίδων βγαίνουν σταδιακά στην επιφάνεια.
«Δεν θέλαμε η φύση να λειτουργεί σαν καρτ ποστάλ». Η Πίνδος, επομένως, δεν λειτουργεί απλά σαν φόντο αλλά σαν ένα βουνό με «αγριάδα και μυστικιστική ενέργεια» που σπρώχνει τους ήρωες να έρθουν αντιμέτωποι με όσα φοβούνται. «Είναι η αρχέγονη μήτρα, το πρώτο τραύμα, το πρόταγμα της ενηλικίωσης και της απώλειας που συνοδεύει».
Αν έπρεπε να την χαρακτηρίσουν με τρεις λέξεις ο καθένας τότε αυτές θα ήταν για την Χρυσιάννα «Αδρεναλίνη, Αισθήσεις, Αλήθεια» και για τον Στέργιο «Έρωτας, Χωριό, Ελευθερία»
Η «Αρκουδότρυπα» κινείται διαρκώς «ανάμεσα σε αυτό που βλέπεις και σε αυτό που φαντάζεσαι». Άντλησαν έμπνευση από ιστορίες χωριών, αφηγήσεις γιαγιάδων, το σκοτάδι του δάσους και εκείνη την παιδική αίσθηση ότι «κάτι υπάρχει εκεί έξω χωρίς να το δείχνουμε ποτέ ξεκάθαρα»- μια αίσθηση που λειτουργεί και ως υπόγειος συμβολισμός για την queer ταυτότητα και όσα μένουν ανείπωτα. Παρότι η ταινία αρχικά μοιάζει να φλερτάρει με το λαϊκό μυστήριο και το παραμύθι, στην πραγματικότητα δεν στηρίζεται τόσο στον μαγικό ρεαλισμό όσο στην ατμόσφαιρα και στη συναισθηματική ένταση των χαρακτήρων της.
Οι πρωταγωνίστριες παραμένουν «γειωμένες» και απόλυτα ανθρώπινες, μακριά από οποιαδήποτε καρικατούρα ή εξιδανίκευση. Ο κάθε χαρακτήρας έχει τα δικά του εμπόδια και τον δικό του αγώνα. «Αυτό που μας κίνησε το ενδιαφέρον ήταν η τρυφερότητά τους, αλλά και μια ιδιαίτερη ισορροπία θυμού και αγάπης στη σχέση τους. Η Αννέτα και η Αργυρώ είναι δύο άτομα με πολύ διαφορετικές προσωπικότητες, φόβους και ανασφάλειες, και αυτό είναι κάτι που φαίνεται μέσα από την σχέση τους, τόσο από τις ρίξεις όσο και από τις στιγμές που περνούν μαζί αγαπημένες».
Ο Στέργιος και η Χρυσιάννα ανήκουν σίγουρα σε μια νέα γενιά σκηνοθετών που προσεγγίζει την ελληνική επαρχία με πιο σύνθετο και λιγότερο φολκλορικό τρόπο. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο και μέσα από τη χρήση της μουσικής στην «Αρκουδότρυπα»: το φιλμ είναι γεμάτο περιβαλλοντικούς ήχους, ήχους του δάσους και της φύσης, που σταδιακά μπλέκονται με τραπ κομμάτια ή rave ρυθμούς αναμεμειγμένους με κλαρίνα όταν η κάμερα μετακινείται προς πιο αστικά τοπία ή όταν οι ηρωίδες έρχονται πιο κοντά σε έναν σύγχρονο, νεανικό κόσμο. Αυτή η αντίθεση δημιουργεί μια ιδιαίτερη ηχητική ταυτότητα που ενώνει το βουκολικό στοιχείο με τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, χωρίς να αντιμετωπίζει την επαρχία σαν κάτι παγωμένο στον χρόνο. Για εκείνους, η επαρχία δεν είναι ούτε φολκλόρ ούτε νοσταλγία αλλά «ένας ζωντανός και αντιφατικός τόπος», όπως απαντάει αναφορικά ο Στέργιος, κομμάτι ενός σύγχρονου ελληνικού «folk revival»
Να σημειώσουμε εδώ ότι πριν γίνει μεγάλου μήκους, είχε προηγηθεί μια μικρού μήκους. Η αφήγηση χωρίζεται σε τρία κεφάλαια: τα δύο πρώτα ακολουθούν ξεχωριστά την οπτική της κάθε ηρωίδας, φωτίζοντας διαφορετικά τις ίδιες καταστάσεις και συναισθηματικές εντάσεις, πριν το τελευταίο μέρος λειτουργήσει σαν μια κοινή κατάληξη που δένει οριστικά την ιστορία τους. Ένα επίση αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι η queer επιθυμία παρουσιάζεται διαφορετικά από ό,τι έχουμε συνηθίσει στον ελληνικό κινηματογράφο. Οι δημιουργοί εξηγούν πως απομακρύνθηκαν συνειδητά από την τραγωδία και την οδύνη που συχνά συνοδεύουν τις ιστορίες κουίρ γυναικών, θέλοντας να δημιουργήσουν κάτι «κωμικό και συναρπαστικό», γεμάτο αυθεντικές αποχρώσεις συναισθημάτων.
Παράλληλα, τους απασχολεί «η πολυπλοκότητα του έρωτα- «πως η φιλία και ο έρωτας μπλέκονται συχνά, αλλά δεν έχουμε τρόπο να το εκφράσουμε» όπως αναφέρει ο Στέργιος. Αυτή η αίσθηση διαπερνά ολόκληρη την ταινία. Σε αυτό συμβάλλουν καθοριστικά και οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών, της Χαράς Κυριαζή στον ρόλο της Αργυρώς και της Πάμελα Οικονομάκη ως Αννέτα, που προσεγγίζουν τους χαρακτήρες τους με μια αινιγματική συγκράτηση και εσωτερικότητα. Χωρίς υπερβολές ή θεατρικές εξάρσεις, καταφέρνουν να μεταφέρουν διαρκώς την αίσθηση πως κάτι ανείπωτο κινείται κάτω από την επιφάνεια της σχέσης τους, έτοιμο να εκραγεί ανά πάσα στιγμή.
«Ήμασταν πολύ τυχεροί γιατί ήδη από την πρώτη τους γνωριμία, όσο και από την πρώτη τους "υποκριτική" γνωριμία είχαν απίστευτη χημεία, το οποίο φάνηκε κι όταν τις βάλαμε μαζί σαν ζευγάρι στην δεύτερη φάση της ακρόασης. Σε γενικές γραμμές, ήδη από την μικρού μήκους δουλέψαμε και εντρυφήσαμε πολύ στους χαρακτήρες τους. Γίνανε πολλές πρόβες, και στα πλαίσια της προετοιμασίας και πολλές συζητήσεις για το σενάριο και την θέση της κάθε μίας μέσα στην ιστορία. Στην προετοιμασία της μεγάλου μήκους, καθώς υπήρχε μια βάση, μπορέσαμε και δώσαμε ακόμα περισσότερο βάθος στους χαρακτήρες. Περνούσαμε πολύ χρόνο μαζί, κάναμε ζέσταμα, ακούγαμε μουσική για να μπούμε στο κλίμα της ιστορίας, δουλεύαμε αυτοσχεδιασμούς και δοκιμάζαμε πιθανά κάδρα και blockings. Η Χαρά και η Πάμελα θυμάμαι ζήτησαν να κάνουν και βιογραφικό του χαρακτήρα τους. Βρισκόντουσαν και μόνες τους για πρόβες. Ως σκηνοθέτες εντάξαμε πολλά πράγματα που έφεραν εκείνες στους χαρακτήρες».
Η Αρκουδότρυπα κυκλοφορεί στους κινηματογράφους, αυτή την Πέμπτη 21 Μαΐου από το Cinobo.


















- Facebook
- Twitter
- E-mail
0