Για να γυρίσει το «Belfast», αναμφισβήτητα την πιο προσωπική του ταινία, ο Κένεθ Μπράνα μάζεψε κυριολεκτικά την εθνική Ιρλανδίας: ο 9χρονος Τζουντ Χιλ, που τον ενσαρκώνει, κατάγεται από αγροτική περιοχή της βόρειας Ιρλανδίας, ο Καράν Χάιντς, που παίζει τον παππού του, και ο Τζέιμι Ντόρναν, ο πατέρας του, μεγάλωσαν μέσα ή πέριξ του Μπέλφαστ, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Μπράνα αλλά και ο τραγουδοποιός-σημαία της χώρας, ο Βαν Μόρισον (το soundtrack της ταινίας είναι πλημμυρισμένο από τη μουσική του), ενώ οι κυρίες της ταινίες προέρχονται από την αγγλικής κυριαρχίας νοτιοϊρλανδική ενδοχώρα: η μάνα/Κατρίνα Μπαλφ μεγάλωσε στο Δουβλίνο και η γιαγιά/dame Τζούντι Ντεντς έχει ιρλανδικό αίμα από την επίσης Δουβλινέζα μητέρα της. Την οικογενειακή υπόθεση ενορχήστρωσε οπτικά ο Ελληνοκύπριος Χάρης Ζαμπαρλούκος, με ασπρόμαυρη φωτογραφία γεμάτη αντιθέσεις και νοσταλγική αφαίρεση. Οι μοναδικές έγχρωμες «παραφωνίες», εκτός από τα αρχικά πανοραμικά πλάνα από drones του σύγχρονου Μπέλφαστ ως άποψη ήσυχης πόλης που δεν διαφέρει από άλλες, είναι οι κρίσιμες για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του μικρού Μπάντι επισκέψεις του στη συνοικιακή αίθουσα, μέσα από τις ταινίες της εποχής: ο τρόπος που κοιτάζει το «Chitty Chitty Bang Bang» και τις ιπτάμενες σακαράκες του Ντικ βαν Ντάικ να απογειώνονται ή τη Ρακέλ Γουέλς να προτείνει το καθόλου πρωτόγονο στήθος της απέναντι στα προϊστορικά τέρατα του «1.000.000 χρόνια π.Χ.», έκθαμβος και εκστατικός, δεν απέχει και πολύ από το βλέμμα του Μπράνα την πιο κρίσιμη χρονιά της ζωής του. Το πρώτο ισχυρό κρούσμα βίας των διαβόητων Ταραχών συνέβη λίγα μέτρα από το πατρικό του και, όπως θυμάται, ένιωσε τη γη να τρέμει και το σπίτι να σηκώνεται στον αέρα, καθώς μια ομάδα προτεσταντών έριξε μπουρλότο στους καθολικούς, σε μια γειτονιά όπου μέχρι το 1969 συνυπήρχαν χωρίς φανερά προβλήματα ‒ το θρησκευτικό ζήτημα θίγεται σωστά και σχολιάζεται έξυπνα μέσα από διαλόγους και καταστάσεις, από την οπτική ενός παιδιού στριμωγμένου ανάμεσα στα δυσθεώρητα μονοπάτια που οφείλει να επιλέξει.

 

Ξαναπιάνοντας στα χέρια του το βαθύ τραύμα της παιδικής ηλικίας σε μια σειρά από περιστατικά που δεν επιθυμούσε να αναπτύξει καλλιτεχνικά, απωθώντας το από τη μέχρι τώρα φρενήρη καριέρα του, ο sir Kenneth, δημιουργός ζωηρών σαιξπηρικών εκδοχών στο σινεμά, ανανεωτής του ενδιαφέροντος για την Άγκαθα Κρίστι αλλά και σκηνοθέτης του Θορ (τον οποίο σε κάποια σκηνή διαβάζει το alter ego του, ο Μπάντι στο πεζοδρόμιο), χρησιμοποιεί τα Troubles, τον άτακτο πόλεμο που συγκλόνισε τη βόρεια περιοχή του μικρού νησιού επί τρεις δεκαετίες, ως φόντο για τη δική του ιστορία. Δεν τον προσπερνά ακριβώς αλλά τον αντιμετωπίζει ανθρωποκεντρικά και κατευθυνόμενα για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς μιας γλυκόπικρης dramedy με μελοδραματικές και ελαφρές στιγμές, θορυβώδεις, περιγραφικές εκρήξεις και καρτποσταλικές παρενθέσεις σε καλά υπολογισμένη δοσολογία και ευχάριστη αφηγηματική διάθεση. Η σκηνοθεσία του ρέει και το story εφαρμόζεται γάντι στους χαρακτήρες, δίνοντας στους ηθοποιούς σκηνές λαμπερές, ικανές να ξυπνήσουν το ταλέντο ακόμη και του Τζέιμι Ντόρναν, ο οποίος υπνοβατούσε σε όλες τις «50 αποχρώσεις του γκρι». Ο έμπειρος καρατερίστας Κάραν Χάιντς είναι ο σοφός, λιτός μέντορας του Μπάντι, η σπουδαία Ντεντς, πολύτιμο μετρονόμ οικονομίας, εκτρέπει με τσαγανό και ξερό χιούμορ τα κακά μαντάτα που τη ζώνουν διαρκώς, ενώ η Κατρίνα Μπαλφ κρατά τον πιο αβανταδόρικο ρόλο και μαζί τις ισορροπίες ανάμεσα στις ηλικίες και τα διλήμματα, συνεχώς παρούσα και συναισθηματικά παρεμβατική στη δύσκολη φάση που διανύει η οικογένειά της πριν αποφασίσει να μετακομίσει στην ήρεμη μητέρα Αγγλία. Στο ντεμπούτο του ο Τζουντ Χιλ γίνεται μια παραλλαγή του Μπίλι Έλιοτ, αλλά, ως γεννημένος σκηνοθέτης, ένα παιδί με παρατηρητικότητα και έξυπνη ατάκα που καλείται να εγκαταλείψει τη ζωή του, αν θέλει να προκόψει ‒ και να ζήσει. Το «Belfast» είναι μια ιστορία ξεριζωμού με οικουμενικό περιτύλιγμα, κάτι μεταξύ του «Σινεμά ο Παράδεισος» και των μυριάδων ιστοριών προσφύγων που ακούμε και βλέπουμε τα τελευταία χρόνια, δοσμένη με αγγλοσαξονικό χιούμορ και αίσθηση ρυθμού από έναν γνώστη του δράματος και του γούστου του κοινού. Τη μια στιγμή ο Μπράνα προκαλεί την πίστη μας στη σοβαρότητα του μύχιου οράματός του, όταν ένας ένοπλος, εξακολουθητικά απειλητικός εξτρεμιστής εξουδετερώνεται ελάχιστα πειστικά, και την αμέσως επόμενη μας κερδίζει με μια ζεστή, άψογα εκτελεσμένη εξομολογητική κορύφωση.

 

Το «Belfast» είναι ακριβώς αυτό, η εξιδανικευμένη ματιά της ασχήμιας του πολέμου μέσα από το μαγικό, παιδικό πέπλο ενός μελλοντικού σινεφίλ. Ενδεχομένως να είναι η στιγμή για ένα Όσκαρ, πιθανώς σεναρίου, για τον Μπράνα, τον μοναδικό άνθρωπο στα χρονικά που έχει υπάρξει υποψήφιος σε πέντε διαφορετικές κατηγορίες: σκηνοθεσίας και πρώτου ρόλου για τον «Ερρίκο Ε’», δεύτερου ρόλου για το «Επτά μέρες με τη Μέριλιν», σεναρίου για τον «Άμλετ» και μικρού μήκους για το «Κύκνειο Άσμα», με πρωταγωνιστή τον Τζον Γκίλγκουντ.