Ο Γούιλσον δεν έχει κοπέλα, δεν έχει σχέδια για τη ζωή του και θέλει απλά να ξεχάσει όλα όσα συνέβησαν τον περασμένο χρόνο. Μέχρι που ο συγκάτοικός του Τζέικομπ βάζει ερωτική αγγελία στο ίντερνετ για να βγάλει το φίλο του από τη μιζέρια και αφού τον έχει τσακώσει να μαλακίζεται με φωτομοντάζ της δικής του γκόμενας. Ανταποκρίνεται η Βίβιαν, η οποία θέλει απλά ο καινούργιος χρόνος να τη βρει με το σωστό άντρα ή με κάποιο άντρα. Η βόλτα που κάνουν στο κέντρο του Λος Άντζελες, μετά από ένα ευτράπελο πρώτο ραντεβού-ακρόαση, αποκαλύπτει τις επιρροές του δημιουργού της ταινίας Άλεξ Χόλτριτζ.

Το σενάριο δανείζεται το περπατητό, μιλητό, και εξομολογητικά αστείο τόνο του Πριν το Ξημέρωμα/Ηλιοβασίλεμα - άλλωστε μερικοί από τους παραγωγούς είναι οι ίδιοι. Η σκηνοθεσία αναφέρεται ευθέως στο Μανχάταν του Γούντι Άλεν, ασπρόμαυρη και μελαγχολική. Το αυτό ισχύει και για το παίξιμο του Σκοτ Μακνέρι, ενός πρωταγωνιστή διστακτικού και βραδυφλεγούς, απαλλαγμένου από τη νευρικότητα της Δυτικής Ακτής, αλλά εφοδιασμένου με εσωτερική, laid back αγωνία.

Τα καλά νέα της ταινίας είναι η χρήση του ζευγαριού σαν να είναι αντιτουριστικοί αλλά όχι και άσχημοι, πραγματικοί και ευμετάβλητοι, φοβισμένοι άνθρωποι στις παρυφές της show biz που χτυπήθηκαν από την απόρριψη και την ανεργία, κανονικοί και αδύναμοι. Επίσης η εκπληκτική φωτογραφία, που δίνει μια αστική διάσταση ενός Λος Άντζελες που σπάνια βλέπουμε (και σίγουρα δεν έχουμε ξαναδεί έτσι), που απεικονίζει πλευρές του downtown με τρισδιάστατη κρουστότητα. Οι εικόνες των παλιών σινεμά, γκράντε μνημεία που κουβαλάνε μνήμες και μυρωδιές, αποτυπώνονται υπέροχα και με έκαναν να θυμηθώ τη σκηνή του Silenzio στην Οδό Μαλχόλαντ - άλλο το περιεχόμενο βεβαίως.