Αστυνομικοί σταματούν και ανακρίνουν έναν ψηλό γενειοφόρο σε ένα βενζινάδικο, σε μια απομακρυσμένη περιοχή της Βραζιλίας. Ζέστη, ερημιά και το πολυκαιρισμένο πτώμα ενός άνδρα στην άκρη συνθέτουν ένα ιδρωμένο κάδρο αγωνίας και μυστηρίου. Δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο ύποπτος, δεν είμαστε καθόλου σίγουροι αν έχει φταίξει σε κάτι, αλλά μετά από έναν σύντομο διάλογο και μια ασήμαντη δωροδοκία, ο Μαρσέλο, δάσκαλος και χήρος που δείχνει να δραπετεύει όσο γίνεται πιο μακριά από το παρελθόν του, συνεχίζει το ταξίδι με τον κατακίτρινο Σκαραβαίο του υπό τους ήχους του «If you leave me now» των Chicago ως το Ρεσίφε, το παράκτιο θέρετρο στα βορειοανατολικά της χώρας. Βρισκόμαστε στο 1977, ακριβώς στη μέση της εικοσαετούς δικτατορίας στη Βραζιλία. Στο καλοκαιρινό Ρεσίφε κατοικούν ζωηρές πολυμελείς οικογένειες και σκοτεινοί τύποι, άνθρωποι του μόχθου και πληροφοριοδότες ενός διεφθαρμένου καθεστώτος, αθώοι και εκτελεστές, αμέτοχοι και ιδεολόγοι, σε έναν τόπο όπου το φονικό μπορεί να συμβεί για ασήμαντη αφορμή ή με στοχευμένες προθέσεις. Το καρναβάλι εντείνει τα πάθη και τη σύγχυση. Στον αέρα υπάρχει φόβος και προδοσία. Κανείς δεν εμπιστεύεται τον διπλανό του, ούτε καν στο φιλόξενο λημέρι όπου περιμένουν σιωπηλά οι αντιφρονούντες. Όσο για τις Αρχές, αυτές κι αν πρωταγωνιστούν στη συγκάλυψη και τη νομιμοποίηση της παρανομίας.

 

Ο διαβόητος Ευκλείδης, τοπικός διευθυντής της αστυνομίας, και οι δυο γιοι του έχουν κληθεί να ερευνήσουν την προέλευση ενός κομμένου ποδιού που βρέθηκε στα σωθικά αλιευμένου καρχαρία, ενώ ο Αρμάντο Σολιμόες, που χρησιμοποιεί το κωδικοποιημένο ψευδώνυμο Μαρσέλο, έχει βρει καταφύγιο στο σπίτι της αναρχικής Ντόνα Σεμπαστιάνα μαζί με άλλους πολιτικούς διαφωνούντες. Εκεί θα γνωρίσει την Έλζα, που ηγείται της αντίστασης, και τον πατέρα της, ο οποίος είναι υπεύθυνος προβολής σε κινηματογραφική αίθουσα. Με τις διασυνδέσεις της, εκείνη τον προειδοποιεί πως ένας πληρωμένος δολοφόνος τον αναζητά, και ξεκινά ένα κυνηγητό σε δρόμους και διαδρόμους, μπροστά σε έκπληκτους περαστικούς, με απροσδόκητες συνέπειες για τους εμπλεκόμενους. Ο Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιο μάς βυθίζει στο χωροχρονικό πλαίσιο μιας σειράς περιστατικών ενδεικτικών της παράνοιας και της παρακμής μιας χώρας χωρίς ιερό και όσιο, συστηματικά αντίθετης με οποιονδήποτε πρέσβευε διαφορετική άποψη από την επίσημη κυβερνητική συνταγή συμμόρφωσης και ουδετερότητας. Ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης του Μπακουράου και του Ακουάριους το κάνει χωρίς να προδώσει ούτε ένα χιλιοστό της κινηματογραφικής του προσωπικότητας, προτείνοντάς μας να ακολουθήσουμε όποιο από τα νήματα αφήγησης θέλουμε, από το ομιχλώδες παρελθόν του ήρωα ως τη σύγχρονή του αφύπνιση και την αναδρομική σύνδεση με το σήμερα, που αποκαλύπτεται στις σεκάνς του επιλόγου. Η προσέγγισή του διαφέρει σημαντικά από τη νωπή επιτυχία του Βάλτερ Σάλες με το Είμαι ακόμη εδώ: επικεντρωμένη στην επική προσπάθεια της Γιούνις Πάιβα να εντοπίσει και να ελευθερώσει τον αγωνιστή σύζυγό της, η ταινία ήταν ένα συγκεκριμένο πορτρέτο αντίστασης της αλήθειας πάνω σε μια πραγματική ιστορία. Ο Φίλιο είναι πιο άτακτος και σατιρικός, δεν φοβάται τις ενέσεις κωμωδίας στην καρδιά του πολιτικού θρίλερ.

 

Ο Μυστικός Πράκτορας, που απέσπασε βραβείο σκηνοθεσίας στο 78ο Φεστιβάλ Καννών, αποτελεί ένα πιο περίπλοκο και πολυεπίπεδο χρονικό της πολιτικής σαθρότητας, φέτα απαιτητικού σινεμά που δεν χάνει την επαφή του με το συναίσθημα και την ανθρωπιά μέσα από σημαίνουσες, μεγάλες σε διάρκεια σκηνές, και μια εκλεκτική συλλογή τραγουδιών, από ντίσκο της Ντόνα Σάμερ μέχρι ένα παλιό παιδικό κομμάτι του Ένιο Μορικόνε που μιλάει για πόλεμο και ειρήνη, κοτόπουλο και ψησταριά, το οποίο επανήλθε ορμητικά στο προσκήνιο και έχει ήδη γίνει viral στη Βραζιλία. Επιπλέον, αναδεικνύει δυο φοβερές ερμηνείες, της 78χρονης Τάνια Μαρία στον ρόλο της προστατευτικής και ατακαδόρισσας Σεμπαστιάνα, που δεν χαμπαριάζει από νταήδες και παρακυβερνητικά σκιάχτρα, και του Βάγκνερ Μόουρα, του Εσκομπάρ του τηλεοπτικού «Νarcos», που εδώ σβήνει τις μηχανές για να περάσει κάτω από το ραντάρ στο πρώτο μισό και στη συνέχεια οδηγεί τη δράση με τα χαρακτηριστικά ενός κρυφού επαναστάτη, ικανού να αναστατώσει τους διώκτες του. Μετά το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες και τη Χρυσή Σφαίρα, έγινε ο πρώτος Βραζιλιάνος ηθοποιός που προτάθηκε για Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, αν και η ταινία έχει περισσότερες πιθανότητες στην κατηγορία της Διεθνούς Ταινίας, έστω και απέναντι στην πιο επείγουσα περίπτωση, λόγω πολιτικής επικαιρότητας, του Ένα απλό ατύχημα του Τζαφάρ Παναχί.