Το Transformers του Μάιλ Μπέι ξαναφέρνει στην επιφάνεια τα σιδερένια παιχνίδια της Hasbro, που έδωσαν μάτσο χαρά στα αγόρια που μεγάλωσαν στη δεκαετία του ’80. Με στεντόρεια φωνή και επικές διαθέσεις, τα –ψηφιακά πλέον– ρομπότ from the outer space δίνουν μάχη ζωής και θανάτου, με έκβαση που θα έχει επιπτώσεις στο ανθρώπινο γένος. Ο κακός Μέγκατρον και η αγέλη του πρέπει να βάλουν κάτω τον Όπτιμους Πράιμ και την παρέα του. Οι φίλοι των ανθρώπων μεταμορφώνονται σε αυτοκίνητα (της General Motors, για να μην ξεχνιόμαστε) κάθε μεγέθους και τύπου, και οι εχθροί σε απειλητικά πετούμενα.

Με έναν έφηβο, τον πρόθυμο και υπερ το δέον ενεργητικό Σάια Λα- Μπαφ, καλόκαρδο και γοργοπόδαρο για το ξεκάρφωμα, ο Μάικλ Μπέι δίνει τα ρέστα του σ’ αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: στο αστραπιαία μονταρισμένο πλανάρισμα των μαχών ανάμεσα στους άψυχους πρωταγωνιστές της ταινίας από κάθε δυνατή γωνία δίνοντας πολλαπλές μορφές στα παλιοσίδερα, σε ταχύτητα που το μάτι δεν μπορεί πάντα να συλλάβει. Με τους ανθρώπους πάλι, η αντίληψή του παραμένει περιορισμένη. Η επίδραση του παραγωγού Σπίλμπεργκ –αντί του πρώην μέντορα Τζέρι Μπρουκχάιμερ– είναι εμφανής στο μέτρο που η μασίφ, εκρηκτική του διάθεση έχει υποχωρήσει για χάρη μιας παιχνιδιάρικης τοποθέτησης των αφελών εφήβων στην καταλυτική σημασία μιας larger than life περιπέτειας και του εξανθρωπισμού της.

Όσα χρόνια κι αν περάσουν όμως, ο Μπέι δεν λέει να αποκτήσει την απαιτούμενη ειρωνεία για να αντιμετωπίσει –και να δαμάσει, τελικά– τη γελοιότητα των καταστάσεων που επιλέγει να σκηνοθετήσει. Τα Transformers δεν είναι η Οδύσσεια, ούτε το Βιετνάμ, και ο χειρισμός τους ως εσχατολογικού γεγονότος απαιτεί μια ανατροπή της σοβαροφάνειας, σαν να πρόκειται για μία αρχαία τραγωδία με στρατιωτική παρέμβαση. Γιά το fun της υπόθεσης, οι μεταμορφώσεις είναι χάρμα οφθαλμών, όπως άλλωστε ήταν και η επίθεση στο Pearl Harbor και η αυτοκινητική καταδίωξη στις κατηφόρες του Σαν Φρανσίσκο, στον Βράχο. Και στις χειρότερες ταινίες του ένα 20λεπτο αξίζει τον κόπο, στη συνολική φιλμογραφία τού Μάικλ Μπέι.