Στα ’00s και περίπου μέχρι τα μισά των ’10s η ισπανική κινηματογραφία βρήκε ιδανικό τρόπο για να διεισδύσει στις διεθνείς αγορές μέσα από το σινεμά είδους. Μια γενιά κινηματογραφιστών έκανε το ισπανικό θρίλερ και τον ισπανικό τρόμο brand name, χτίζοντας σχέση εμπιστοσύνης με θεατές άλλων χωρών. Ένα κοινό χαρακτηριστικό αυτών των δημιουργιών ήταν ότι θα μπορούσαν να έχουν γυριστεί σε οποιαδήποτε χώρα, ακόμα κι αν η δράση εξελισσόταν σε αναγνωρίσιμα αστικά τοπία της Ισπανίας· η γεωγραφία δεν επηρέαζε τη δράση και τη θεματολογία.
Σήμερα, μια νεότερη γενιά κινηματογραφιστών μοιάζει να γυρνά την πλάτη στους παλαιότερους με δημιουργίες που στοχεύουν πρωτίστως σε φεστιβαλικές διακρίσεις αλλά και με μια εμφανή τάση επιστροφής στις ρίζες και επαναφοράς σε άμεσα ισπανική θεματολογία. Το Πατρικό, όπου τρία αδέλφια επιστρέφουν για ένα τριήμερο στο σπίτι όπου μεγάλωσαν μετά τον θάνατο του πατέρα τους, αντανακλά ευθέως αυτή την τάση. Δεν είναι, όμως, μια δημιουργία arthouse φιλοσοφίας και στοχοθεσίας αλλά απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό που θα συγχρονιστεί με την ευαισθησία της, θα αφουγκραστεί τους ήχους και τις εικόνες που πυροδοτεί κάθε σημείο ενός σπιτιού που κάποτε φιλοξένησε ζωές – εύστοχο το εύρημα της κινηματογράφησης αυτών των αναμνήσεων σε format αλά Super 8 που παραπέμπει σε άλλες κινηματογραφικές εποχές. Κάθε γωνιά και κάθε στοιχείο του σπιτιού αποκτά ζωντανή υπόσταση μέσα από την ανάμνηση που ξυπνά και όσα εκπροσωπεί για εκείνους που περάσαν κάποτε από εκεί – θα βρεθείτε να δακρύζετε για μια συκιά που λειτουργεί ως παυσίπονο για τον αποβιώσαντα ιδιοκτήτη της.
Παρά τη σημειακή δραματουργία της, η μικρή αυτή ταινία κατορθώνει, χάρη στον μειλίχιο τόνο της και τους γαληνευτικού κιθαρισμούς του σάουντρακ, να αποδώσει κινηματογραφικά το αίσθημα της νοσταλγίας και να αποτελέσει μία από τις ευχάριστες εκπλήξεις της φετινής θερινής σεζόν.
- Facebook
- Twitter
- E-mail
0