«Σουέλ»: Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη γίνεται ταινία

ΕΠΕΞ Το Σουέλ στη μεγάλη οθόνη Facebook Twitter
Φωτ.: Δομνίκη Μητροπούλου
0

Η λέξη «σουέλ» (από το αγγλικό swell) είναι ναυτικός όρος και σημαίνει τον μακρύ, ήπιο κυματισμό της θάλασσας που δεν οφείλεται σε τοπικό άνεμο, αλλά σε καταιγίδες ή δυνατούς ανέμους που έρχονται από άλλη περιοχή. Σε αντίθεση με το «φουρτουνιασμένο» κύμα, το σουέλ είναι πιο ομαλό, ρυθμικό και υπόγειο, μια αργή άνοδος και κάθοδος της θάλασσας που μπορεί να διανύει τεράστιες αποστάσεις χωρίς να «σπάει».

Το «Σουέλ» της Ιωάννας Καρυστιάνη είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε πριν από είκοσι χρόνια, και κινείται μεταξύ θάλασσας και μνήμης, με κεντρικό ήρωα τον καπετάνιο Μήτσο Αυγουστή. Για σχεδόν έξι δεκαετίες ο Αυγουστής ταξιδεύει αδιάκοπα, αρνούμενος στα 75 του να εγκαταλείψει το καράβι που αποτελεί τη μοναδική του πατρίδα. Έχει αποκοπεί πλήρως από τη στεριά και την οικογένειά του –τον γιο του έχει να τον δει από παιδί–, επιλέγοντας μια ζωή σχεδόν ασκητική, αφιερωμένη αποκλειστικά στη θάλασσα. Παρά το γεγονός ότι έχει χάσει την όρασή του εδώ και χρόνια, συνεχίζει να κυβερνά το πλοίο με εντυπωσιακή δεξιοτεχνία, κρατώντας το μυστικό του καλά κρυμμένο από το πλήρωμα. Η θάλασσα λειτουργεί όχι μόνο ως φυσικός χώρος αλλά και ως ψυχική κατάσταση: ένας τόπος διαφυγής, εμμονής και τελικά αυτοκαταστροφής.

Αυτό το μυθιστόρημα, το βαθιά συγκινητικό και εν τέλει αισιόδοξο, επέλεξε ο Αλέξανδρος Βούλγαρης να κάνει ταινία σε σενάριο της ίδιας της Καρυστιάνη, της μητέρας του, σε μία από τις πιο φιλόδοξες και τολμηρές κινήσεις της καριέρας του, με εξαιρετικό καστ και συντελεστές που συνεισφέρουν με όλες τους τις δυνάμεις στην πραγματοποίηση της ταινίας.

«Αυτό που μου δίνει μια χαρά και κάποια δικαίωση είναι ότι αγαπήθηκε πάρα πολύ από τους ναυτικούς το βιβλίο. Γιατί αν δεν το είχα καταφέρει αυτό, θα ήταν αποτυχία».

«Το “Σουέλ” μού προτάθηκε από τον παραγωγό της ταινίας, τον Γιάννη Ιακωβίδη, πριν από δέκα χρόνια», λέει. «Από την πρώτη φορά όμως που το διάβασα, όταν είχε πρωτοκυκλοφορήσει, θυμάμαι να σκέφτομαι πώς θα μπορούσαν να λειτουργήσουν κινηματογραφικά οι χώροι και οι σκηνές του βιβλίου. Η δυσκολία ήταν περισσότερο στο πώς θα ενσωματώναμε τα στοιχεία του βιβλίου που θεωρούμε ουσιαστικά σε μια ταινία δύο ωρών, επιτρέποντάς τους να αναπνέουν, να μην είναι απλώς μια παράθεση γεγονότων. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας, ο καπετάνιος Μήτσος Αυγουστής, στα δύσκολα ονειρεύεται ένα σπίτι στην Ελευσίνα όπου κάποτε έζησε. Εγώ, παρ’ όλες τις δυσκολίες σε όλα τα στάδια της παραγωγής, διατηρούσα μέσα μου μια μεγάλη περιέργεια για το πώς θα έμοιαζε αυτό το σπίτι».

ΕΠΕΞ Το Σουέλ στη μεγάλη οθόνη Facebook Twitter
«Πάντα υπάρχουν ταινίες που τις νιώθω κοντά σε αυτό που ετοιμάζω, αλλά νιώθω τη σύνδεση αυτή με έναν τρόπο προσωπικό, που δεν μπορώ εύκολα να τον εξηγήσω. Το “Σουέλ” υπήρξε μια ταινία που με ξεκλείδωσε τελείως σε σχέση με το πώς πρέπει να το προσεγγίσω». Φωτ.: Δομνίκη Μητροπούλου

Τον ρωτάω ποιο είναι το δικό του κινηματογραφικό εργαλείο για να δείξει το «σουέλ», κάτι υπόγειο και αργό, χωρίς να χρειαστεί να το εξηγήσει. «Το πραγματικό εργαλείο ενός σκηνοθέτη είναι η σωστή επιλογή συνεργατών», λέει. «Αυτό ήταν το πιο σημαντικό για μένα από την αρχή της παραγωγής. Το να έχω τους ηθοποιούς και τους τεχνικούς που ήθελα. Καθένας από αυτούς ήταν μια επιλογή που θα διασφάλιζε την ευαισθησία και τον τόνο που εγώ ένιωθα ότι χρειάζεται αυτή η ταινία.

Καθόλου δεν με φοβίζει η σιωπή. Ειδικά στο “Σουέλ”, απ’ όταν δουλεύαμε το σενάριο, η βασική δική μου οδηγία ήταν να αφαιρέσουμε όσο περισσότερο διάλογο μπορούμε, να μείνουμε με ό,τι είναι πραγματικά απαραίτητο για την ιστορία».

«Οι άντρες του “Σουέλ” είναι κλειστοί, σχεδόν αδιαπέραστοι. Εσύ πώς τους προσεγγίζεις;». «Εμπιστεύομαι πάντα την προσέγγιση των ηθοποιών μου. Όσο κλειστός και να φαίνεται ένας χαρακτήρας σε ένα βιβλίο ή σε ένα σενάριο, με το που θα μπει ο ηθοποιός μπροστά στην κάμερα, ο χαρακτήρας θα ζωντανέψει, θα υπάρχουν ρωγμές, βλέμματα, που αν τα διαχειριστείς σωστά στο γύρισμα και στο μοντάζ, μπορούν οι ήρωες να γίνουν κάτι πραγματικό, κάτι σύνθετο και όχι μονοδιάστατο».

«Πιστεύεις ότι αυτός ο τύπος ανδρισμού υπάρχει ακόμα ή είναι ήδη κάτι που πεθαίνει;». «Δεν πιστεύω ότι οι εποχές αλλάζουν πραγματικά τους ανθρώπους. Διαβάζουμε κείμενα που έχουν γραφτεί χιλιάδες χρόνια πριν και μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας και την κοινωνία μας μέσα σε αυτά. Οπότε νομίζω ότι αλλάζει το περιτύλιγμά μας, άλλα στην ουσία οι ανάγκες μας παραμένουν οι ίδιες. Παραμένουμε οι ίδιοι. Και το “Σουέλ” που μιλάει για το πέρασμα απ’ τον 20ό στον 21ο αιώνα δείχνει ακριβώς αυτό, ότι ενώ νιώθουμε πως όλα γύρω μας αλλάζουν, πως ο Μήτσος και η Λίτσα είναι άνθρωποι μιας άλλης εποχής και ενός άλλου κώδικα, παρ’ όλα αυτά μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας μέσα σε αυτούς, να συγκινηθούμε με τη δική τους ιστορία».

ΕΠΕΞ Το Σουέλ στη μεγάλη οθόνη Facebook Twitter
Φωτ.: Δομνίκη Μητροπούλου
ΕΠΕΞ Το Σουέλ στη μεγάλη οθόνη Facebook Twitter
Φωτ.: Δομνίκη Μητροπούλου

Ρωτάω αν υπάρχουν σκηνές που έκοψε και αν κράτησε κάτι από το βιβλίο που ενώ ήξερε ότι δεν «δουλεύει» κινηματογραφικά, ήταν σημαντικό για τον ίδιο. «Σε μια δίωρη ταινία είναι πολύ δύσκολο να κρατήσεις όλο το υλικό ενός μυθιστορήματος», απαντάει. «Κόψαμε σκηνές, όμως νιώθαμε ότι οι ήρωες και οι σχέσεις της ταινίας μπορούσαν να λειτουργήσουν και χωρίς αυτές. Το voice over είναι πάντα κάτι επικίνδυνο στο σινεμά, το πώς θα το χρησιμοποιήσεις. Για μένα τα γράμματα του χαρακτήρα της Λίτσας, ο λόγος της, ήταν από τα βασικά στοιχεία του βιβλίου που μου τράβηξαν το ενδιαφέρον, που το ζωντάνευαν μέσα μου, οπότε μια προσπάθειά μας ήταν να βρούμε ποιος θα ήταν ο σωστός τρόπος να ενταχθεί ο λόγος αυτός στην ταινία.

Η λογική μου έλεγε –και αυτό έλεγα στους συνεργάτες μου– ότι αντιμετωπίζουμε το βιβλίο και το σενάριο ως το απόλυτο εργαλείο μας. Ότι κάποιος έχει κάνει όλη αυτή την έρευνα για εμάς, έχει τριπλοτσεκάρει κάθε λεπτομέρεια σε επίπεδο χαρακτήρων, ναυτικών αναφορών, εποχής κ.λπ. και ότι εμείς αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να κοιτάξουμε προσεκτικά, να αναλύσουμε και να μεταφέρουμε αυτό που υπάρχει στο χαρτί όσο πιο πιστά γίνεται, αφήνοντας πάντα ανοιχτά τα μάτια μας για κάτι το οποίο θα έρθει στον δρόμο μας στο γύρισμα, κάτι που θα προκύψει από την πραγματικότητα ώστε να το ενσωματώσουμε .

Υπήρξαν σεναριακές οδηγίες οι οποίες, την ώρα που κάναμε το γύρισμα, λόγω των πραγματικών πια συνθηκών, μπορεί να χρειάστηκαν τροποποιήσεις, αλλά αυτό συμβαίνει πάντα σε μια ταινία. Επίσης μια ταινία είναι μια ταινία και ένα βιβλίο είναι ένα βιβλίο. Λειτουργούν διαφορετικά και πρέπει όταν μεταφέρεις ένα βιβλίο στον κινηματογράφο να υπάρχει ουσιαστικός λόγος που το έκανες».

«Τι είναι η θάλασσα για την ταινία σου;». «Πολλά πράγματα μαζί. Δρόμος, εμπόδιο, αίμα, όχημα και άλλα πολλά».

«Πώς αποφεύγεις να την κάνεις “όμορφη”;». «Με ενδιαφέρει αυτό που έλεγε ο Χέρτσογκ, ότι όταν κινηματογραφεί τη φύση βλέπει μετά τα πλάνα του σαν να είναι τοπία της ψυχής. Επίσης, στον αυστραλιανό κινηματογράφο, που αγαπώ πολύ, η φύση λειτουργεί ως χαρακτήρας στις ταινίες, δεν είναι απλώς ένα ωραίο τοπίο. Οπότε για μένα ο σωστός τρόπος να κινηματογραφήσεις τη φύση είναι όχι καρτποσταλικά, αλλά ψάχνοντας κάτι δικό σου μέσα σε αυτήν.

ΕΠΕΞ Το Σουέλ στη μεγάλη οθόνη Facebook Twitter
«Το “Σουέλ” μιλάει για το πέρασμα απ’ τον 20ό στον 21ο αιώνα, δείχνει ακριβώς αυτό, ότι ενώ νιώθουμε πως όλα γύρω μας αλλάζουν, πως ο Μήτσος και η Λίτσα είναι άνθρωποι μιας άλλης εποχής και ενός άλλου κώδικα, παρ’ όλα αυτά μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας μέσα σε αυτούς, να συγκινηθούμε με τη δική τους ιστορία». Φωτ.: Δομνίκη Μητροπούλου

Η βάση μου ήταν ο ρεαλισμός. Άλλα και ο ρεαλισμός είναι πάντα υποκειμενικός. Άρα το θέμα είναι ποια στοιχεία έχει ο δικός μου ρεαλισμός. Πώς βλέπω εγώ τον κόσμο, τι είναι ομορφιά για μένα, πώς θέλω να κοιτάζονται και να αγγίζονται οι άνθρωποι, τι μου ταιριάζει, σε ποιο σημείο λέω ότι έχω το πλάνο και φωνάζω “cut”.

Πάντα υπάρχουν ταινίες που τις νιώθω κοντά σε αυτό που ετοιμάζω, αλλά νιώθω τη σύνδεση αυτή με έναν τρόπο προσωπικό, που δεν μπορώ εύκολα να τον εξηγήσω. Όταν δούλευα το “Σουέλ”, υπήρξε μια ταινία που με ξεκλείδωσε τελείως σε σχέση με το πώς πρέπει να το προσεγγίσω. Οπότε καθ’ όλη τη διάρκεια της παραγωγής είχα αυτή την ταινία στο μυαλό μου, το πώς κατάφερε να ισορροπήσει τα στοιχεία της.

Δουλεύουμε on-off το “Σουέλ” δέκα χρόνια. Πολλές φορές μπήκε στον πάγο, φάνηκε ότι δεν θα μπορέσει να υλοποιηθεί. Η πιο μεγάλη δυσκολία ήταν η θάλασσα, τα πλοία, το να γίνει ένα πραγματικό ταξίδι, και μετά η εύρεση των σωστών συνεργατών.

Είχα την τύχη να έχω ακριβώς τους συνεργάτες που ήθελα. Ο Βαγγέλης Μουρίκης, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η Μαρία Καβογιάννη, ο Ακύλλας Καραζήσης και ο Μανώλης Μαυροματάκης είναι άνθρωποι που πάντα εκτιμούσα και ήθελα να συνεργαστούμε. Από τα νεότερα παιδιά, δούλεψα με τον Ανδρέα Βοτίκα, τη Γρηγορία Γρούμπα και τον Δημήτρη Καπουράνη. Και οι τρεις ήταν μαθητές μου από σχολές στις οποίες κάνω μαθήματα κινηματογράφου, οπότε τους έχω ζήσει και χάρηκα πολύ που δουλέψαμε μαζί. Στο παραγωγικό και τεχνικό κομμάτι, ο Γιάννης Ιακωβίδης στην παραγωγή και η Tanweer ήταν αυτοί που κατάφεραν να βρουν τον τρόπο να γίνει η ταινία. Χωρίς αυτούς δεν θα γινόταν τίποτα. Και μετά ο Σίμος Σαρκετζής στη φωτογραφία, ο Κωνσταντίνος Λαμπρίδης στα σκηνικά, η Άλκηστη Μάμαλη στα κοστούμια, η Ιωάννα Λυγίζου στο μακιγιάζ και ο Γιώτης Παρασκευαΐδης στον ήχο – όλοι τους είναι βασικοί μου συνεργάτες εδώ και 10-20 χρόνια, οπότε ήταν πολύ σημαντικό για μένα που πάλι δουλέψαμε μαζί. Ξέρω ότι επικοινωνούμε και ότι πάντα δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό στις δουλειές που κάνουμε μαζί».

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ:
Ιωάννα Καρυστιάνη, «Σουέλ», εκδόσεις Καστανιώτη

Η Ιωάννα Καρυστιάνη φαίνεται ενθουσιασμένη από τα γυρίσματα. Δεν έχει δει ακόμα ολοκληρωμένη την ταινία, αλλά μιλάει με θαυμασμό για την εμπειρία με τους ηθοποιούς. «Τρελάθηκα. Νιάτα. Νιάτα. Πω πω, Παναγία μου!», λέει. «Τρελάθηκα. Πήγα προς το τέλος, όχι για να δω γύρισμα, να τους κεράσω γλυκά από τη γνωστή Dolcezza που μου είχε μάθει η Μαλβίνα η Κάραλη. Πήρα τρεις κούτες γλυκά για να τους ευχαριστήσω όλους και να τους ευχηθώ καλή επιτυχία και στην ταινία και σε ό,τι άλλο θέλουν στη ζωή τους».

«Στην ταινία έχετε επέμβει καθόλου, λέγοντας καμιά συμβουλή, ή κρατήσατε απόσταση;». «Τα σενάρια έγραψα, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο χέρι – στην ουσία περισσότερα, γιατί κάθε φορά μια ταινία πρέπει να λαμβάνει υπόψη το σενάριο, τις συνθήκες παραγωγής, τον χρόνο που περνάει και τα λοιπά. Δεν πίστευα ότι θα γίνει ταινία το βιβλίο μου να πω την αλήθεια, αλλά να ξεκαθαρίσω κάτι: όταν γράφω ένα βιβλίο, ποτέ δεν έχω στο μυαλό μου ότι αυτό μπορεί να ενδιαφέρει κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά, γιατί θα ήταν μια πολύ μεγάλη παγίδα. Δεν μου περνάει από το μυαλό καν. Όχι, δεν έχω επέμβει. Πολλές φορές με παίρνει ο Αλέξανδρος και μου λέει “μάνα, έχουμε ένα προβληματάκι εδώ, σκέψου κάτι σε αυτό”. Αλλά αυτό είναι πολύ φυσικό. Θα συμβαίνει με όλους τους συναδέλφους, φαντάζομαι.

Δεν έχει νόημα, κατά τη γνώμη μου, να γίνει ένα μυθιστόρημα ταινία όπως ακριβώς είναι – αφού υπάρχει, γιατί να ξαναγίνει, έστω με εικόνες; Δεν είναι κόμικ. Αν γινόταν ακριβώς όπως είναι και με όλη την πλοκή, θα έπρεπε να είναι μια ταινία 30 ωρών και 130 εκατομμυρίων δολαρίων. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, και ευτυχώς, γιατί μια ταινία –επειδή κάποιοι σκέφτονται ότι έχει ενδιαφέρον αυτή η ιστορία, έχει ένα τσαγανό– πρέπει να λειτουργεί αυτόνομα, να μη χρειάζεται κάποιος να διαβάσει το βιβλίο και μετά να κάθεται να σκέφτεται αυτό κι εκείνο. Αυτό που εγώ είχα ως αφετηρία όταν έκανα το “Σουέλ” είναι ότι ήθελα να πάω ανάποδα γενικά, δηλαδή ήθελα να αμφισβητήσω την πορεία του λεγόμενου ίσιου δρόμου και να δοκιμάσω τι συμβαίνει όταν πάρεις το τιμόνι αλλιώς. Δηλαδή, και στη ζωή και στην τέχνη, στο σινεμά, στο θέατρο, γενικά είναι πιο συνηθισμένο να ξεκινάνε οι σχέσεις των ανθρώπων με μια σχετική λειτουργικότητα, να πηγαίνουν καλά και σιγά σιγά να εμφιλοχωρούν λάθη, αστοχίες και είτε να φτάνουν σε πλήρη ρήξη, η οποία μπορεί να εμπεριέχει και πάρα πολλή βία, φονικά, διαζύγια, κλοπές, είτε σιγά σιγά, διά του στρίβειν, να ατονούν εντελώς.

ΕΠΕΞ Το Σουέλ στη μεγάλη οθόνη Facebook Twitter
«Δεν πίστευα ότι θα γίνει ταινία το βιβλίο μου να πω την αλήθεια, αλλά να ξεκαθαρίσω κάτι: όταν γράφω ένα βιβλίο, ποτέ δεν έχω στο μυαλό μου ότι αυτό μπορεί να ενδιαφέρει κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά, γιατί θα ήταν μια πολύ μεγάλη παγίδα. Δεν μου περνάει από το μυαλό καν». Με την Μαρία Καβογιάννη στο σετ των γυρισμάτων. Φωτ.: Δομνίκη Μητροπούλου

Προσωπικά ήθελα να δοκιμάσω να τα πάω όλα ανάποδα σε αυτή την ιστορία ‒δηλαδή ο καπετάνιος πάει ανάποδα το βαπόρι‒, και ήθελα αυτό που μπορεί να μοιάζει απίστευτο να το γράψω έτσι που να μοιάζει κατορθωτό και καθόλου σπάνιο. Επίσης, ο ήρωας είναι τυφλός, και ήθελα μέσω αυτού να εμβαθύνουμε στις σκέψεις για την ανθρώπινη περιπέτεια και τις ανθρώπινες σχέσεις. Ήθελα και η Λίτσα, που τη λάτρεψα, να πάει ανάποδα στις επιταγές του φεμινισμού κατά κάποιον τρόπο. Πηγαίνει ανάποδα στις πολύ πιεστικές επιταγές του καθωσπρεπισμού, να βάλει στεφάνι, να αποκατασταθεί κ.λπ. Με την ανάποδη πλεύση της δίνει ένα πολύ πιο πλούσιο περιεχόμενο στην ανεξαρτησία κάθε ανθρώπινης ύπαρξης. Έχω κάνει και κάτι άλλο ανάποδα: τη λύση στο τέλος δεν τη δίνει η εμπειρία, οι άνθρωποι μεγάλης ηλικίας που έχουν περάσει από 40 κύματα. Την τόλμη να βάλει σε τάξη τα πράγματα την έχει ο 22χρονος γιος, γιατί οι άλλοι νιώθουν ότι μπορεί να μην έχουν το δικαίωμα έπειτα από αποχή τόσο πολλών ετών να τολμήσουν κάτι ρηξικέλευθο. 

Δεν είναι ταινία εποχής, διαδραματίζεται γύρω στο 1997, θεωρείται σύγχρονη ταινία. Εγώ θεωρώ ότι σε κάθε ιστορία που έχει ψυχή μέσα της, είτε διαδραματίζεται το 1100 μ.Χ., είτε το 1940, είτε το 2000, μπορείς να βρεις πράγματα να ταυτιστείς, γιατί η ανθρώπινη περιπέτεια είναι αχανής, αλλά η βάση της είναι τα συναισθήματα. Δηλαδή, μακάρι να μπορούσαμε όχι μόνο να ταυτιστούμε αλλά να ακολουθήσουμε και κάποια από αυτά που λέει η Λίτσα. 

Δεν ξέρω αν η ταινία είναι πιο σκληρή από το βιβλίο, θα τη δω τώρα. Πιστεύω καταρχάς ότι το θέμα της έχει σκληρότητα σίγουρα, αλλά έχει και απίστευτη τρυφερότητα, ουσιαστικά είναι μια αγκαλιά. Ακόμα και ο γιος που νιώθει αποδιωγμένος και ότι ήταν ένα λάθος η ύπαρξή του, όταν ορμάει στο βαπόρι αλλάζει τελείως, γιατί εκεί καταλαβαίνει τι εστί ωκεανός, τι εστί βαπόρι, τι εστί πλήρωμα, τι εστί καπετάνιος, εκεί βλέπει τον πατέρα του. Είναι τόσο πολύσημη αυτή η εμπειρία και η δοκιμασία, που αλλάζουν όλα.

ΕΠΕΞ Το Σουέλ στη μεγάλη οθόνη Facebook Twitter
«Ήθελα και η Λίτσα, που τη λάτρεψα, να πάει ανάποδα στις επιταγές του φεμινισμού κατά κάποιον τρόπο. Πηγαίνει ανάποδα στις πολύ πιεστικές επιταγές του καθωσπρεπισμού, να βάλει στεφάνι, να αποκατασταθεί κ.λπ. Με την ανάποδη πλεύση της δίνει ένα πολύ πιο πλούσιο περιεχόμενο στην ανεξαρτησία κάθε ανθρώπινης ύπαρξης». Φωτ.: Δομνίκη Μητροπούλου

Επίσης, επειδή αγαπώ πάρα πολύ τους ναυτικούς, σκέφτομαι τι είδους άνθρωποι είναι, που σηκώνονται και φεύγουν, κάνουν μια δουλειά που δεν επιστρέφουν το βράδυ στο σπίτι και κάθε φορά είναι ενώπιος ενωπίω με τον κίνδυνο, με τα ναυάγια. Γιατί εμένα, και στη Μικρά Αγγλία και εδώ, δεν με ενδιέφερε να βάλω γραφικές περιγραφές από τα μπουρδέλα, τα πηδήματα, τα ψώνια. Με ενδιέφερε τι γίνεται μέσα στο μυαλό και στην ψυχή των ανθρώπων. Ο καπετάνιος και το βαπόρι, το οποίο είναι ένα ανδρικό μοναστήρι κατά τη γνώμη μου, ουσιαστικά δίνουν απαντήσεις στη θάλασσα μέσα σε όλες τις κυριολεξίες και τις πολυσημίες που μπορεί να έχει η γλώσσα. Ταξίδι, αποχαιρετισμός, φορτίο, ναυάγιο, επιστροφή, όλα αυτά έχουν διπλή έννοια, και την κυριολεκτική και τη μεταφορική. Και ο καπετάνιος, ο Μήτσος Αυγουστής, δεν έχει καμία σχέση με το λεγόμενο καπετανιλίκι, το νταηλίκι, το υπερεγώ, γιατί η σχέση με τον ωκεανό τού δημιουργεί την απαραίτητη ταπεινοφροσύνη για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα, να προσέχει το πλήρωμά του, το φορτίο, τη δουλειά του. Δηλαδή λέει ότι “ο άφοβος ναυτικός είναι μαλάκας”, και το πιστεύω κι εγώ, εφόσον ζει τόσα».

«Αν γράφατε σήμερα το βιβλίο, θα αλλάζετε κάτι σε αυτούς τους άντρες;». «Καταρχάς δεν θα το ξανάγραφα, γιατί πάντα θέλω να γράφω κάτι άλλο και να αποπληρώνω χρωστούμενα από προηγούμενα. Όχι, δεν θα άλλαζα. Όταν έγραφα το βιβλίο έκανα αυτό που μπορούσα καλύτερα. Ούτε θα άλλαζα, ούτε θα διόρθωνα, ούτε θα πρόσθετα τίποτα. Είναι ένα βιβλίο που βγήκε το 2006, είκοσι χρόνια πριν. Αυτό που μου δίνει μια χαρά και κάποια δικαίωση είναι ότι αγαπήθηκε πάρα πολύ από τους ναυτικούς. Γιατί αν δεν το είχα καταφέρει αυτό, θα ήταν αποτυχία το βιβλίο. Δηλαδή συναντώ ναυτικούς και όχι μόνο δεν ντρέπομαι που έχω γράψει τη “Μικρά Αγγλία” και το “Σουέλ”, αλλά μπορώ να σταθώ πάντα με σεμνότητα απέναντί τους ξέροντας ότι δούλεψα πολύ πάνω σε αυτά τα θέματα».

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

 Το «Σουέλ» θα κυκλοφορήσει στους κινηματογράφους τον Δεκέμβριο από την Tanweer.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

The Boy

Οθόνες / The Boy: «Δεν χαίρομαι όταν κυκλοφορεί μια ταινία μου, περισσότερο φοβάμαι»

Στο «Πολύδροσο» η σχέση μάνας και κόρης γίνεται ο καμβάς για μια ιστορία υπερβολικής αγάπης και τρυφερότητας, με ιμπρεσιονιστικά χρώματα και «παραμυθένια» μουσική. Παρότι μισεί τις συνεντεύξεις, μας μίλησε για τη νέα του ταινία.
M. HULOT
«Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

The Review / «Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

«Βαλκανιζατέρ», «Ευτυχία», «Φόνισσα», «Υπάρχω», «Τελευταία Κλήση». Πίσω από τα μεγαλύτερα ελληνικά blockbusters βρίσκεται ο Διονύσης Σαμιώτης. Ποιο είναι το μυστικό του που φέρνει τον κόσμο στις αίθουσες; Υπάρχει μια «σχολή Σαμιώτη»; Τι πιστεύει για τον σημερινό ελληνικό κινηματογράφο;
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

The Review / «Μην πυροβολείτε τα ελληνικά blockbusters!»

«Βαλκανιζατέρ», «Ευτυχία», «Φόνισσα», «Υπάρχω», «Τελευταία Κλήση». Πίσω από τα μεγαλύτερα ελληνικά blockbusters βρίσκεται ο Διονύσης Σαμιώτης. Ποιο είναι το μυστικό του που φέρνει τον κόσμο στις αίθουσες; Υπάρχει μια «σχολή Σαμιώτη»; Τι πιστεύει για τον σημερινό ελληνικό κινηματογράφο;
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Ο πόλεμος στο επίκεντρο του 79ου Φεστιβάλ Καννών

Ανταπόκριση από τις Κάννες / Τι θα δούμε στο 79ο Φεστιβάλ Καννών

Η φετινή διοργάνωση φιλοδοξεί να αποτυπώσει την τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια, φέρνοντας στο επίκεντρο ιστορικές συρράξεις, από τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο μέχρι τον Ψυχρό Πόλεμο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ο διάβολος φοράει Prada 2

Οθόνες / «Ο Διάβολος φοράει Prada 2»: Είδαμε την πιο αναμενόμενη ταινία της χρονιάς

Επανέρχονται οι αρχικοί συντελεστές, αλλά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τη μόδα, και την εντύπωση που προκαλεί, στη «δολοφονία» της δημιουργικότητας και του ταλέντου σε μια εποχή συγχωνεύσεων και πολιτιστικών εκπτώσεων.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Όταν η Κέιτ συνάντησε τον Λούσιαν

Οθόνες / Όταν η Κέιτ Μος συνάντησε τον Λούσιαν Φρόιντ

Τέλη Μαΐου βγαίνει στις βρετανικές αίθουσες τo «Moss & Freud» που αποτυπώνει τη σχέση της Κέιτ Μος με τον Λούσιαν Φρόιντ: το μοντέλο εξομολογήθηκε το όνειρό του να ποζάρει στον ζωγράφο και λίγους μήνες μετά προέκυψε το «Γυμνό Γεύμα» που πωλήθηκε για 5 εκατ. ευρώ.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
Στο «Apex» η Σαρλίζ Θερόν συνεχίζει το ταξίδι της στην υπέρβαση

Οθόνες / Μόνο η Σαρλίζ Θερόν επιβιώνει από το «Apex»

Σε μια ταινία που περιφρονεί τη λογική και αποθεώνει την ομορφιά της, η Νοτιοαφρικανή ηθοποιός επιβεβαιώνει την προτίμησή της σε ρόλους περίπου «εξωγήινων» ηρωίδων που θέλουν να παίζουν με τους δικούς τους όρους.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ντιν Ταβουλάρης (1932-2026): Ο «Νονός» της σύγχρονης σκηνογραφίας

Απώλειες / Ντιν Ταβουλάρης (1932-2026): Ο «Νονός» της σύγχρονης σκηνογραφίας

Ήταν ένας από τους ελάχιστους ελληνικής καταγωγής που βραβεύτηκε με Όσκαρ. Αληθινός αρχιτέκτονας του νέου αμερικανικού σινεμά, αγαπημένος συνεργάτης του Κόπολα, conceptual καλλιτέχνης του production design ισορροπούσε πάντα ιδιοφυώς μεταξύ Τέχνης και τεχνικής.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Οθόνες / «Michael»: Είδαμε την ταινία για τη ζωή του Michael Jackson

Με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα της βιογραφίας του στο Βερολίνο, είδαμε πρώτοι πώς ο σούπερ σταρ βρήκε το κουράγιο να δραπετεύσει από τον πατέρα του και θυμηθήκαμε τη συναυλία που σύστησε τη σκηνική του ιδιοφυΐα σε όλον τον πλανήτη.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Οθόνες / «Μεγάλα Λάθη»: Μια σειρά που ξεκινάει άσχημα, αλλά μετά το βρίσκει

Το νέο σίριαλ του Netflix είναι φασαριόζικο, προβλέψιμο και κάπως κουραστικό. Αν όμως αντέξεις τα πρώτα επεισόδια, ανταμείβει την υπομονή σου με χιούμορ, ανατροπές και έναν Νταν Λέβι που ξέρει πώς να μετατρέπει την οικογενειακή δυσλειτουργία σε απολαυστικό χάος.
M. HULOT
ΝΑΤΑΛΙ ΜΠΑΪ, Η ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΗ ΚΥΡΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΣΙΝΕΜΑ (1949-2026)

Οθόνες / Ναταλί Μπάι: Η χαμογελαστή κυρία του γαλλικού σινεμά (1948-2026)

Έξυπνη, ενστικτώδης και αστεία, κυριάρχησε τη δεκαετία του '80 στο γαλλικό σινεμά, μετρώντας συνεργασίες με τους Τριφό, Γκοντάρ, Ταβερνιέ αλλά και 4 Σεζάρ, χωρίς ποτέ να χάσει την κοριτσίστικη καρδιά που τη διέκρινε από την αρχή της καριέρας της.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ζωή του Ρουκέλι, του Ρομά θρύλου της πυγμαχίας, γίνεται ταινία

Οθόνες / Ένας Έλληνας Ρομά ενσαρκώνει τον θρύλο της πυγμαχίας Ρουκέλι

Η ιστορία του Γιόχαν Ρουκέλι Τρόλμαν, που έχασε τον τίτλο του πρωταθλητή στη Γερμανία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου λόγω της καταγωγής του, βασανίστηκε και θανατώθηκε από τους ναζί, γίνεται διεθνής παραγωγή με ηθοποιούς Ρομά.
M. HULOT
Ταινίες τρόμου: Τι έρχεται και τι πραγματικά αξίζει;

Pulp Fiction / Ταινίες τρόμου: Τι έρχεται και τι πραγματικά αξίζει;

Με αφορμή το «Backrooms», ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος και ο Μάκης Παπασημακόπουλος αναλύουν τις πιο αναμενόμενες ταινίες τρόμου των επόμενων εβδομάδων, ξεχωρίζοντας εκείνες που έχουν κάτι νέο να πουν από άλλες που απλώς επαναλαμβάνουν γνωστές συνταγές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΕΞ «Το να νιώθεις αποδεκτός όταν είσαι διαφορετικός δεν είναι δεδομένο»

Στέφανος Τσιβόπουλος / «Το να νιώθεις αποδεκτός όταν είσαι διαφορετικός δεν είναι δεδομένο»

Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο εικαστικός Στέφανος Τσιβόπουλος θίγει το πόσο δύσκολο είναι να κτίσεις μια νέα εστία και ταυτότητα όντας ξένος σε έναν τόπο μεγάλων ανισοτήτων.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Οθόνες / Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Το ελληνικό κοινό, πέρα από μια μικρή σχετικά κοινότητα ορκισμένων φαν, ποτέ δεν τιμούσε ιδιαίτερα το είδος στις αίθουσες, σίγουρα όχι όπως το αμερικανικό. Ο Δημήτρης Κολιοδήμος και ο Αβραάμ Κάουα εξηγούν τους λόγους της περιορισμένης προσέλευσης.  
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Οθόνες / O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Η ιστορία του ισπανού ερασιτέχνη ηθοποιού Ενρίκε Ιραζόκουι που στα 20 του ο Πιερ Πάολο Παζολίνι του εμπιστεύθηκε τον ρόλο του Θεανθρώπου, παρά το ότι βρισκόταν μακριά από τα ξανθογάλανα πρότυπα του δυτικού κινηματογράφου
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΪ́ΤΗΣ