Οι Αντίπαλοι είναι η πολυαναμενόμενη ταινία του Λούκα Γκουαντανίνο που προγραμματίστηκε να κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Βενετίας, αλλά καθυστέρησε την έξοδό της στις αίθουσες λόγω της απεργίας των σεναριογράφων και των ηθοποιών. Μετά τα πρώτα screenings, ανέβασε τον πυρετό για το σέξι τρίο των πρωταγωνιστών που υποσχέθηκε ήδη από την αφίσα, με τη Ζεντάγια ανάμεσα στον Τζος Ο’Κόνορ και τον Μάικ Φάιστ, με φόντο τον κόσμο του τένις, και γενικότερη αίσθηση το «anything goes» με βλέψεις πρωταθλητισμού.

 

Ο αθόρυβος νικητής του δίωρου κινηματογραφικού ματς που αχνίζει, αν και δεν περιέχει καθαρόαιμο σεξ, και τελικά διασκεδάζει με συνέπεια (στον απόηχο της ατελείωτης κολεξιόν από ξεκούδουνα και ψευτοσκανδαλιστικά reels που συναποτελούσαν το Saltburn) είναι τελικά ο σεναριογράφος της «υπόθεσης», ανερχόμενος θεατρικός συγγραφέας, ανήσυχος YouTuber, Αμερικανός λογοτέχνης και σύζυγος της Σελίν Σονγκ, Τζάστιν Κουρίτσκις.

 

Το έργο συνδέει συνεχώς το πάθος με τον υπολογισμό και την επιθυμία με τη μοίρα και όλες οι διαδρομές του υπηρετούνται μαεστρικά σε επίπεδο πλοκής και διαλόγων. «Όλα είναι τένις», όπως ακούγεται στην ταινία, καθώς ποτέ δεν γίνεται απόλυτα σαφές αν οι τρεις τους μιλάνε για το άθλημα ή για την ίδια τη ζωή που περιστρέφεται γύρω από αυτό και εξαρτάται από τις επιδόσεις και τα αποτελέσματα που φέρνουν.

 

Ο Πάτρικ (Τζος Ο’Κόνορ, όπως πάντα «παρακολουθήσιμος») και ο Αρτ (Μάικ Φάιστ), παιδικοί φίλοι, συγκάτοικοι και συναθλητές, ερωτεύονται σχεδόν ταυτόχρονα την πριγκίπισσα του κολεγιακού τένις, την Τάσι Ντάνκαν, και η υποβόσκουσα έλξη ανάμεσά τους παραχωρεί τη θέση της στον εύλογο και αθέμιτο ανταγωνισμό για τη διεκδίκηση και την κατάκτησή της, την ίδια στιγμή που εκείνη τους προειδοποιεί πως αντροχωρίστρα δεν είναι, κοιτάζοντας την καριέρα της και βρίσκοντας και στους δυο κάτι που να την ενδιαφέρει. Οι προθέσεις τους διαφέρουν και τα περιστατικά που κρίνουν τις επιμέρους σχέσεις και το μέλλον τους σε ένα σπορ που –όπως τα περισσότερα– απογειώνει και βυθίζει στη στιγμή δημιουργούν πυκνές δραματικές εντάσεις που διανθίζονται από ρομαντικά ιντερλούδια και μια δυναμική που ο Ιταλός δημιουργός των Bones and All, Suspiria και Να με φωνάζεις με το όνομά σου, φαντεζί όπως πάντα, χειρίζεται με ενέργεια, γυρίζοντας δαιμονισμένα τη δράση πίσω στον χρόνο και γύρω από τα φωτογενή πρόσωπα των ηθοποιών του, πολλές φορές στα όρια της υπερσκηνοθεσίας. Μας πείθει πως η ταινία αυτή δεν θα μπορούσε παρά να τον χρειάζεται τόσο εμφατικά όσο σφριγηλά χτυπούν την μπάλα οι τρεις πρωταγωνιστές με τις κυμαινόμενες δυναμικές τους.

 

Η Ζεντάγια μπαίνει αιθέρια στο παιχνίδι της γοητείας και δείχνει το υποκριτικό τσαγανό της, όταν σταδιακά αναλαμβάνει όλους τους πιθανούς ρόλους που έχουν ανάγκη τα δυο «λευκά αγόρια» της, από αντικείμενο του πόθου μέχρι μητρική φιγούρα και διαιτητής, αφήνοντας τη στάμπα της με την κραυγή έκστασης που ενώνει την αρχική έκφραση της φιλοδοξίας της ως το κρίσιμο tie break του φινάλε.