Η queer σκηνοθέτιδα που υποδύεται η Χάνα Άινμπιντερ (βραβευμένη στο τηλεοπτικό «Hacks») στην ταινία ταξιδεύει στα απομεινάρια μιας κατασκήνωσης για να εντοπίσει και να πείσει μια αποτραβηγμένη από τα εγκόσμια ηθοποιό να συμμετάσχει στην αναβίωση ενός παλιότερου horror franchise.
Ως άλλη Νόρμα Ντέσμοντ, η Τζίλιαν Άντερσον, απολαυστική και για πρώτη φορά στις Κάννες, «μετά από 800 χρόνια στο επάγγελμα», όπως είπε χιουμοριστικά στην παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στο κατάμεστο θέατρο Ντεμπισί, δεν κρύβεται σε μια σκοτεινή έπαυλη σε μια λεωφόρο της δύσης αλλά μέσα στα σπιτάκια που παγίδευσαν τη νεανική της ηλικία, στη μοναδική ταινία όπως αποδείχθηκε από την καριέρα που δεν έκανε ποτέ, ως η κοπέλα που ο κακός του Camp Miasma ξεπάστρεψε.
Αυτό το βλέμμα, μεταξύ φόβου και επιθυμίας, που κατέγραψε ο φακός είναι το κλειδί του μυστηρίου και η μεγάλη απορία της σκηνοθέτιδας που φτάνει μέσα στα χιόνια για να τη βρει μετά από δεκαετίες σιωπής: τι ακριβώς δηλώνει και πόσο αληθινό ήταν; Για να το καταλάβει, θα πρέπει να μείνει εκεί, να το βιώσει και ίσως να περιμένει την παρουσία του απωθημένου τρόμου, που τόσο έχει μελετήσει και κατά βάθος λαχταρά να της συμβεί.
Αν ο κόσμος επιλέξει το «Teenage sex and death at Camp Miasma» για να τρομάξει, μάλλον θα πρέπει να αναζητήσει άλλη επιλογή.
Το Τζέιν Σέμπρουν δεν κατασκευάζει απλώς ένα slasher στο πνεύμα του «Εφιάλτη» ή του «Halloween» αλλά χρησιμοποιεί τον δολοφόνο, τον δικό του Φρέντι, με τη μορφή ενός αμίλητου εκπορθητή που έχει για κεφάλι μια μεταλλική και κάπως γελοία μονάδα κλιματιστικού και ένα κοφτερό δόρυ όπως αναδύεται από τον βυθό της λιμνούλας για να πετσοκόψει τα ξαναμμένα θύματά του, με ένα μεταφορικό concept: με το όνομα «Μικρός Θάνατος» συμβολίζει φυσικά τον οργασμό, σε μια σύμπτωση του φυσικού με το ερωτικό «τέλος».
Από τη σκοπιά του ακαδημαϊκού και λιγότερο του genre, το Σέμπρουν και το «Teenage sex and death» εξερευνούν τη γυναικεία επιθυμία μέσα από ένα καθαρά αγορίστικο είδος, στην προσπάθεια τους να ανατρέψουν ένα προσβλητικό κλισέ – είναι ένα δοκιμιακό meta που κάνει πλάκα με ό,τι έχουμε δει από τέτοιου είδους σειρές στα '80s και ταυτόχρονα ένας πρόλογος για τις νέες οδηγίες χρήσης του. Ονειρικό και παιχνιδιάρικο, βασίζεται σε μια, όνομα και πράγμα, camp προσέγγιση από την Άντερσον, που, όπως λέει στην ταινία, ο τόπος στον οποίο κατοικεί ισοβίως δεν είναι μόνο υπόθεση σάρκας και υγρών αλλά μια φυλακή της ψυχής για μια γυναίκα που βασανίστηκε και δεν είχε τρόπο να το πει όταν της συνέβη.
Αν ο κόσμος επιλέξει το «Teenage sex and death at Camp Miasma» για να τρομάξει, μάλλον θα πρέπει να αναζητήσει άλλη επιλογή. Ως intellectual παρωδία με γνώση και χαρακτήρες, και αρκετό fun στο σετάρισμα και στους διαλόγους, λειτουργεί, φεστιβαλικά, με λίγη προσπάθεια πιο κανονικά. Αρκεί να το εκλάβει κανείς ως παιχνίδι κινηματογραφικό, όπως επαναλαμβάνει η Άντερσον για να διασκεδάσει την ντροπή και τον φόβο της μοναδικής γυναίκας που την καταλαβαίνει πραγματικά.