Στην απόπειρά του να βάλει σε μια τάξη τις αναμνήσεις του από την ανατροφή του, τη «θητεία» του ως ανήλικου Αβορίγινα σε ένα καθολικό μοναστήρι, ο Γουόρικ Θόρντον συνθέτει μία από τις πιο κρυπτικές αυτοβιογραφίες που έχουμε δει πρόσφατα, υπόγειας διαδρομής και εκτυφλωτικής όψης, αφαιρετική σε βαθμό ελλειπτικότατης αφήγησης αλλά και τρυφερή στον πυρήνα της.

 

Το Νέο Αγόρι είναι, όπως και ο σκηνοθέτης του Σαμσόν και Δαλιδά και Sweet Country, ένας αυτόχθονας που εμφανίζεται από το πουθενά. Το συλλαμβάνει η αστυνομία και το παραδίδει σε ένα οικοτροφείο που ουσιαστικά διευθύνει η αδελφή Αϊλίν (ουδεμία σχέση με τη sister Eileen της Ρόζαλιντ Ράσελ), αναπληρώνοντας τον Δον Πίτερ, με την ενέργεια και την προσήλωση που κρίνει πως χρειάζονται το μικρό της ποίμνιο και οι πολλές ευθύνες που έχουν πέσει στους ώμους της. Ο άλαλος μικρός ξεδιπλώνει σταδιακά τις ιαματικές του δυνάμεις, αποσβολώνεται όταν αντικρίζει για πρώτη φορά τον πολύτιμο Εσταυρωμένο και η μοναχή κλονίζεται για τα καλά μπροστά στην αποκαλυπτική παρουσία του New Boy, υποπίπτοντας σε μια ταύτιση θεμελιώδους αμφισβήτησης και ισχυρότατης συγκίνησης.

 

Αυτή την αμφισημία μεταφράζει με ερμηνευτική ταχυπαλμία και την ανάμεικτη αίσθηση δέους και κωμικότητας η σπουδαία Κέιτ Μπλάνσετ, η οποία διάβασε το σενάριο και πρότεινε να παίξει τον ρόλο αλλάζοντας το φύλο, κάτι που ο Θόρντον δέχθηκε με χαρά, προσδίδοντας έτσι ψυχή στη μικρή πλοκή ενός έργου με ανάσες και ατμόσφαιρα, που βασικά θέτει ερωτήματα και ηθελημένα αποφεύγει τη σαφήνεια.

 

Η σύγκρουση μεταξύ του χριστιανικού δόγματος και της γεωσοφίας των αυτοχθόνων υπονοεί έναν διάλογο που ωστόσο μοιάζει αδόκιμος από τη φύση του και ο Θόρντον εκφράζει την παράλληλη διαδρομή τους με μια σειρά από εικόνες μαγικού ρεαλισμού και μίνιμουμ διαλόγου, αποθεώνοντας το φως και τη φύση, σαν να επικαλείται το ύφος του Τέρενς Μάλικ, όχι όμως και τα μελαγχολικά διλήμματα των ηρώων του. Το πάθος του σκηνοθέτη για την ελπίδα της συμφιλίωσης δυο διαμετρικά ασύμβατων πολιτισμών συχνά ξεπερνά την αδιαφορία του για τη συνοχή στο περιεχόμενο: τα περιστατικά διαδέχονται το ένα το άλλο σαν μικρά θαύματα που δεν αποζητούν απαραίτητα αποκρυπτογράφηση και κάτω από την υπόθεση της ταινίας κρύβεται ο απόηχος της τραχιάς Αυστραλίας του 1940 στην ευάλωτη ισορροπία του σημερινού κοινωνικού ιστού.

 

Εκτός από την Μπλάνσετ με την αναμενόμενη ορμητική δεινότητα, ξεχωρίζει ο Άσγουαν Ριντ, άλλο ένα νέο παιδί με ταλέντο και δυναμικότητα, όπως και ο Μίλο Ματσάντο Γκρανέρ της Ανατομίας μιας πτώσης – και οι δύο ταινίες έκαναν πρεμιέρα στο περσινό Φεστιβάλ Καννών.