Ο Μάικλ Μαν επιστρέφει μετά από οκταετή αποχή από τα πλατό με ένα ευανάγνωστο passion project λεπτομερειών, χαρακτήρων και σίγουρα μιας οπτικής στόφας υψηλού επιπέδου, δηλωτικού της ξεχωριστής οπτικής του Αμερικανού δημιουργού, από το οποίο ωστόσο απουσιάζουν η αισθαντικότητα και ο κίνδυνος, αυτή η ταλάντωση στον χρόνο που ανεβάζει την αδρεναλίνη στις ταινίες του. Αντί να επιχειρήσει μια διεξοδική καταγραφή της πολυτάραχης ζωής του Έντσο Φεράρι, ιδρυτή της φερώνυμης αυτοκινητοβιομηχανίας, πάλαι ποτέ οδηγού και οικογενειάρχη με προβληματικές σχέσεις, ο Μάικλ Μαν ορθώς συμπύκνωσε την ουσία του ισχυρού και μάλλον λακωνικού άνδρα σε μερικούς μήνες του 1957, μιας χρονιάς σημαδιακής και κρίσιμης σε όλα τα επίπεδα. Ανήσυχος για το μέλλον του οίκου του και εξίσου προβληματισμένος για την εξέλιξη της σχέσης του με την κρυφή ερωμένη του και το παιδί που έχει μαζί της, ο Φεράρι έρχεται αντιμέτωπος με κρίσιμες επιλογές όσον αφορά τους οδηγούς που θα συμμετάσχουν στον σημαντικό αγώνα Mille Miglia και την εκρηκτική σύζυγό του, ενώ πενθεί ακόμα μαζί της τον γιο τους και εξισορροπεί την οικονομική συνωμοτικότητα που μοιράζονται με την εύθραυστη δυναμική τους.

 

Όσο κι αν ο Άνταμ Ντράιβερ πασχίζει να δείξει ότι βρίσκεται στο χείλος πολλών γκρεμών ταυτόχρονα, ο τοίχος που έχει σηκώσει ο Φεράρι απέναντι στην πιθανή απώλεια κι άλλων αγαπημένων του προσώπων γίνεται το φυσικό και ανυπέρβλητο εμπόδιο στην εξωτερίκευση των συναισθημάτων του – η εσωτερική ερμηνεία του υπολείπεται σε εκφραστικότητα και διαφάνεια και μετατρέπεται σε κενό ευγένειας και επίπεδης στωικότητας, ερχόμενη σε εντυπωσιακή αντίστιξη με την ενεργητική παρουσία της Πενέλοπε Κρουζ στον ρόλο της συζύγου του, Λάουρα. Η Κρουζ μασάει ό,τι και όποιον βρει και μετά από ένα άσφαιρο ξεκίνημα υποψηφιοτήτων στα πρώτα βραβεία της σεζόν, πλασαρίστηκε στην πεντάδα του Screen Actors Guild.

 

Το μεράκι του δημιουργού του Insider, του Miami Vice, του Collateral και του Thief στις μικρές, καίριες χειρονομίες (όπως όταν ο τελειομανής Ένζο γραπώνει και μετακινεί με σβελτάδα τα οπίσθια της Λίντα Κρίστιαν για να μην κρύβουν το logo της Ferrari από τις φωτογραφίες), στην αυθεντική, ντόπια γλώσσα του σώματος που υιοθετεί ο Ντράιβερ, παρά τα αναγκαστικά εξαγγλισμένα ιταλικά της ταινίας, τους ήχους από τα πρωτότυπα μοντέλα των αυτοκινήτων και τις εικόνες που συνάδουν με την, έστω και πιο εξιδανικευμένη, βόρεια Ιταλία των ’50s, αμβλύνουν τις σχετικά απότομες στροφές του σεναρίου και την εμμονή στο συγκρατημένο μελόδραμα με πρωταγωνιστή έναν μάλλον αναβλητικό ηγέτη – είναι επίσης ενδιαφέρον, για όσους παρατηρούν ακόμη πιο προσεκτικά, πώς μερικές φράσεις μένουν σχεδόν αιωρούμενες, ημιτελείς και αμφίβολες, παράγωγα ενός ενοχικού και πληγωμένου ανθρώπου.

 

Στις δυο βασικές κούρσες της ταινίες, ο Μαν δεν χαρίζεται: η έκβασή τους είναι σοκαριστική και κάνει το Ford vs. Ferrari να φαίνεται παιδικό. Ωστόσο, αυτό που λείπει από την αφηγηματική παράθεση πολλών γεγονότων είναι η ένταση, το ρίσκο και ο αισθησιασμός που ανέκαθεν υγραίνει τις ανταγωνιστικές σχέσεις στη φιλμογραφία του Αμερικανού. Τα πρώτα σχόλια για το Ferrari μιλούσαν για ένα πανάκριβο art movie, με προϋπολογισμό 100 και πλέον εκατομμυρίων δολαρίων. Δεν πρόκειται ακριβώς για ταινία τέχνης, ούτε, ευτυχώς, για ιταλοαμερικανικό ποτπουρί εντυπώσεων, όπως το πρόσφατο House of Gucci. Είναι το σοβαρό πορτρέτο ενός θρύλου με πολλές ατέλειες και βαριά σκιά, στο ισοζύγιο του οποίου κερδίζει το συγκρατημένο μελό έναντι του επιχειρηματικού σπινθήρα που τον καθιέρωσε.