Ο Χάνκοκ είναι ένα ηθελημένο στραβοπάτημα από το τακτοποιημένο σύμπαν των υπερηρώων, αλλά πέφτει κι αυτός στη λούμπα της κανονικότητας, φτιάχνοντας με σύνεση και μέθοδο ένα brand που πιθανώς, και λόγω της επιτυχίας της ταινίας, να συνεχίσει με νέες περιπέτειες μέχρι να βαρεθεί ο κόσμος. Ο κεντρικός ήρωας είναι προικισμένος με υπερφυσική δύναμη, ανίκητο σώμα και θέληση να κάνει το σωστό για την ανθρωπότητα. Απλά δεν ξέρει τον τρόπο και υποπίπτει στο κεφαλαιώδες λάθος του κακού πλασαρίσματος.

Ο Χάνκοκ δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες των πράξεών του, δεν κολακεύει τα θύματα που σώνει, ούτε φροντίζει να μην αφήνει ίχνη και ζημιές πίσω από τους ηρωισμούς του. Διαπράττει γκάφες και απρέπειες, χάνει δε την ψυχραιμία του όποτε κάποιος τον αποκαλέσει «μαλάκα». Όταν ένας υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων προθυμοποιείται πιεστικά αλλά εγκάρδια να τον βοηθήσει να γίνει πιο αρεστός, δηλαδή να ζητάει συγγνώμη, να αναγνωρίζει τη συμβολή των άλλων μέχρι και να πάει φυλακή για να πληρώσει για το φταίξιμό του, ο Χάνκοκ του κάνει τη χάρη γιατί έλκεται παράξενα από τη γυναίκα του.

Ο 80χρονος αλλά αγέραστος και άτρωτος Χάνκοκ πάσχει από αμνησία. Το μόνο που θυμάται είναι πως βρέθηκε με δυο εισιτήρια από την πρεμιέρα του Φρανκεστάιν στη δεκαετία του ‘30. Κάτι του λέει πως το νόημα και η καταγωγή της ύπαρξής του συνδέονται με την όμορφη ξανθιά γυναίκα που τον σνομπάρει και προσπαθεί να τον αδειάσει με κάθε ευκαιρία μπροστά στα μάτια του συζύγου της.

Η καρμική εξέλιξη του σεναρίου είναι ο τροχός που πρέπει να κινήσει μια μεγάλη κινηματογραφική μηχανή. Η αρχική ιδέα του ασεβούς, τσαντίλα, ατημέλητου, μονήρους, παντοδύναμου μισάνθρωπου, οι δυνάμεις του οποίου δεν εξηγούνται αλλά που η αντιπάθεια στο πρόσωπό του ενισχύει τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα αυτοπεποίθησης, είναι πρωτότυπη και διασκεδαστική. Κάπου στη μέση εμφανίζεται η συνήθης τροχοπέδη στην περσόνα του Γουίλ Σμιθ: Αν δεν επιτρέψει στο κοινό του να ταυτιστεί μαζί του με οπερατική λύτρωση, δεν ησυχάζει, ούτε εκείνος ούτε και η ταινία. Κι επειδή τα μεγέθη στο Χάνκοκ είναι τεράστια (στην παραγωγή βρίσκεται και ο Μάικλ Μαν και ο Τζέιμς Λάσιτερ μαζί με τον σταρ), η κάθαρση είναι «παχύδερμη» και σχεδόν τουμπάρει την αιρετική σύλληψη. Το επεξεργασμένο χιούμορ είναι καλοδεχούμενο, η διασκέδαση είναι θορυβώδης και σαρωτική, η Θερόν είναι κούκλα και συμπληρωματική, το αποτέλεσμα είναι ένα μαμούθ σε τρεις πράξεις με κατηφορική κατεύθυνση.