Αν υπάρχει ένας λόγος που το Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους έφυγε από τη απονομή των Όσκαρ με τα βραβεία σεναρίου, σκηνοθεσίας και ταινίας, συν εκείνο για τον Μπαρδέμ, είναι η σαφής δομή του - όπως και το Φάργκο, που επίσης είχε αποσπάσει Όσκαρ για το σενάριό του. Το φιλμ, που βασίζεται στο μυθιστόρημα του Κόρμακ ΜακΚάρθι, περιστοιχίζει τον οξύμωρο χαρακτήρα του αθώου κλέφτη, του εργάτη που πήρε ματωμένα χρήματα σε ανύποπτο χρόνο, με έναν καλό σερίφη και έναν κακό φονιά. Με μια ιδιαιτερότητα όμως: Ο δολοφόνος είναι ανεξήγητος και αινιγματικός, σαν εξωγήινος χωρίς ρίζες, αλλά με διεστραμμένες αρχές που προσανατολίζονται στην προσπέραση κάθε ανθρώπινου εμποδίου για να φτάσει στο στόχο του, λες και είναι απαρέγκλιτα προγραμματισμένος να εκτελεί, χωρίς να μας νοιάζει ή να τον νοιάζει ποιος τον πληρώνει και αν αντλεί κάποιο συναίσθημα από τη δράση του. Από την άλλη, ο σερίφης βρίσκεται ανάμεσα σε δύο τόπους, το Τέξας και το Μεξικό, και ανάμεσα σε δυο κόσμους, τον παλιό, δηλαδή την πατρίδα των γελαδάρηδων και την ελεγχόμενη και προσδοκώμενη παρανομία, και έναν άγνωστο και ταχύτατα εξελισσόμενο νέο, όπου οι κακοί είναι άγνωστοι και ασταμάτητοι, οι διαπλοκές τόσο πολλές, που και να ήθελε, δεν θα προλάβαινε να τις μάθει, πόσω μάλλον να τις αντιμετωπίσει με επιτυχία.

Με τέτοια συμμετρική αρχιτεκτονική, το έργο θα κινδύνευε να γίνει ένα άψυχο λιθαράκι στα κινηματογραφικά σχόλια για τη βία, μια υβριδική περιπέτεια με υπαρξιακές εξυπνάδες ή ένα ανασκολοπισμένο γουέστερν, αν δεν έπεφτε στα χέρια του Τζόελ και του Ίθαν Κόεν. Κάθε σκηνή της ταινίας διαδέχεται μια αναπάντεχη ουρά με γεγονότα που φτάνουν να ακυρώνουν τις προθέσεις των πρωταγωνιστών, βάζοντάς τους σε περιπέτειες χωρίς τελειωμό. Ο θεατής καλείται να βιώσει μια ανασφάλεια που μετατρέπεται σε δυσφορία και απροσδιόριστη αγωνία. Και για να μην μπουκώσουν την ιστορία με στοιχεία και κάλπικα διλήμματα, κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα από όλους τους συναδέλφους στην πιάτσα. Εμβολιάζουν την καρδιά με ένα υπαρξιακό σουρεαλισμό που, ναι μεν χρωστάει την καταγωγή του στο «σινεμά», αλλά μιλάει μια γλώσσα αληθινή, γιατί καταπιάνεται σε δεύτερο επίπεδο με τη φύση του ανθρώπου και την πάλη του για προσαρμογή στο ρευστό περιβάλλον.

Οι Κοέν έχουν ευρωπαϊκό μυαλό, χρωστάνε τις σεναριακές τους σκέψεις στον Μπέκετ και στον Σαρτρ, αλλά η κινηματογράφησή τους είναι καθαρά αμερικανική. Το τεράστιο ταλέντο τους έγκειται στο ότι δεν τα μπερδεύουν. Όσο για το θέμα της βίας που θίγουν συχνότατα, είναι πληρωτέοι άμα τη εμφανίσει: Η αισθητική τους είναι και η ηθική τους. Ξεκάθαρα, πιάνουν έναν και δυο και τρεις πρωταγωνιστές και τους πετάνε σε μια μεθόριο, κυριολεκτική και μεταφορική, και τους σπρώχνουν στο κυνήγι. Εδώ, μια βαλίτσα με χρήματα εξαπλώνει τη βία. Ο Τζος Μπρόλιν την πήρε, ο Χαβιέρ Μπαρδέμ τη διεκδικεί και ο Τόμι Λι Τζόουνς αναρωτιέται: Τι κάνουν όλοι αυτοί οι τύποι, γιατί δεν τους προλαβαίνει, πώς γερνάει μαζί με τον τόπο;

Την (μη) απάντηση θα τη βρείτε στο μονόλογο-ρέκβιεμ του φινάλε. Αν ψάχνετε την τυπική πλοκή, μπείτε στη διπλανή αίθουσα. Αν πάλι θέλετε να δείτε μια τραγωδία σε εκκρεμότητα, χωρίς τα πατροπαράδοτα σχήματα του μεγαλόστομου δράματος, είσαστε στο σωστό σημείο, αντίθετα με τους κακομοίρηδες που έτυχε να πέσουν στο δρόμο του τρομερού και άτρωτου Άντον Τσιγκούρ, του λοξού δαιμονοφονιά με την τρόμπα πεπιεσμένου αέρα.

Το μπόνους είναι η προσηλωμένη παρουσία, το νεφελώδες βλέμμα και η πέραν του γελοίου, ατρόμητη και ανίκητη κόμμωση του Μπαρδέμ, ενός εξωγήινου και απρόσκλητου παρανοϊκού που σαρώνει συλλήβδην και δεν δίνει εξηγήσεις, ούτε πόθεν ούτε γιατί έχει τέτοιο ζήλο. Μέσω αυτού, οι Κοέν αγγίζουν το αποκορύφωμα του στυλ τους, πλάθοντας από το μηδέν ένα εννοιολογικό και αυτοάνοσο αίνιγμα που διέπει την ψυχή του Καμιά Πατρίδα και εξυπηρετεί τον παράλογο χαρακτήρα της. Πρόκειται για μια βίαιη και διασκεδαστικότατη σύνθεση, τελείως κοενική, από έναν ηθοποιό που άνετα διεκδικεί τον τίτλο του πιο σχιζοφρενή επαγγελματία της χρονιάς, αφού στον Έρωτα στα Χρόνια της Χολέρας μας χάρισε μια από τις πιο φάλτσες ερμηνείες που έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό, από μεγάλο ηθοποιό εννοείται.

Τα βαριά Όσκαρ τα πήραν οι Κοέν φέτος και αντί να αναλύουμε την χρεοκοπία των στούντιο και των πουλέν τους (κάτι που ισχύει), ας χαρούμε και λίγο που μια υπέροχη ταινία, όπως το Θα Χυθεί Αίμα έχασε από την έτερη υπέροχη της χρονιάς, κι ας μην κάνουν τη χάρη στους δυνητικούς θεατές να τους ταΐσουν με μασημένα κλισέ μελοδραματικές ευκολίες.