Όταν πεθαίνει η σύζυγος του Κόλιν Φάρελ και εκείνος αναγκάζεται να μεταβεί σε ένα ειδικό Ξενοδοχείο που προβλέπει η νομοθεσία της δυστοπικής, αχρονικής κοινωνίας και να βρει ταίρι μέσα σε 45 ημέρες, καλείται να επιλέξει ένα ζώο στο οποίο θα ήθελε να μεταμορφωθεί, σε περίπτωση που αποτύχει να ζευγαρώσει εκ νέου. Ο Φάρελ διαλέγει τον αστακό για το γαλάζιο αίμα του και την ικανότητά του να παραμένει γόνιμος μέχρι το τέλος της ζωής του. Η επιτροπή τον συγχαίρει για το ασυνήθιστο της επιλογής του, λέγοντάς του μάλιστα πως οι περισσότεροι θέλουν να γίνουν σκύλοι, γι' αυτό και ο κόσμος έχει γεμίσει από τα συγκεκριμένα ζώα, ενώ άλλα, όπως ο αστακός, είναι πλέον προστατευόμενα είδη!


Αδυνατώντας να προσαρμοστεί στη διαδικασία του αναγκαστικού συμβολαίου, ο Φάρελ καταφεύγει στο δάσος, στην ομάδα των Μοναχικών, όπου γνωρίζει τη Ρέιτσελ Βάις, κι από εκεί ξεκινάει η περιπέτειά τους, σαν κυνηγημένοι των κυνηγημένων, αφού και μέσα στο σύστημα των ανταρτών-μοναχικών υπάρχουν περιορισμοί και τιμωρίες. Για παράδειγμα, απαγορεύεται και εκεί το φλερτ και το σεξ, αν και επιτρέπεται ο χορός, μόνο όμως με υπόκρουση ηλεκτρονικής μουσικής και από ακουστικά – σε μια χαρακτηριστική, και θαυμάσια σεκάνς, όλοι χορεύουν στο δάσος, μόνοι τους, όπως κάνουν άλλωστε οι έφηβοι σήμερα, με μουσική που δεν φέρνει τα σώματα κοντά. Μέσα σε ένα τυπικά συμπαγές, ψυχρό, σχεδόν αντισηπτικό λανθιμικό σύμπαν (η Αγγλία ταιριάζει στην οπτική του) η χαραμάδα της αγάπης ανοίγει γενναία για τον Έλληνα σκηνοθέτη με το που ξεχύνεται στο δάσος και η δράση αλλάζει μορφή. Το θέμα του, όπως δήλωσε και ο ίδιος, είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του. Στον Αστακό, το ζητούμενο είναι η αγάπη και η έκφρασή της που φτάνει μέχρι το θαύμα της αυτοθυσίας, σε έναν κόσμο που συνθλίβεται από κανόνες ζευγαρώματος, νόμους ισοπεδωτικούς για οποιονδήποτε θέλει να ζήσει τη ζωή του όπως επιθυμεί και αναγκάζεται να υποκρίνεται για να χωρέσει ως μετέωρο δέντρο στη γενική εικόνα, και τελικά να επιβιώσει. Η τοπογραφία της ταινίας είναι εξαιρετικά σχεδιασμένη και οι ερμηνείες διαφοροποιούνται ενδεικτικά και ανάλογα με την ποσότητα του συναισθήματος που εκλύεται κάθε φορά για να προχωρήσει το δράμα. Κάτω από αυτή την έννοια, ο Φάρελ, η Βάις και οι υπόλοιποι αγγλόφωνοι ηθοποιοί υπηρετούν το ύφος με ερμηνευτική επιφύλαξη που δηλώνει συνεχή φόβο για τη λάθος λέξη – και το κάνουν καλά. Γύρω από τις σταθερές αξίες στο σινεμά του Λάνθιμου, την Αριάν Λαμπέντ στον ρόλο της καμαριέρας/βοηθού/διπλής πράκτορος (στον καλύτερο ίσως ρόλο της μέχρι τώρα) και την Αγγελική Παπούλια, που υποδύεται μια άκαρδη και βίαιη γυναίκα που αποζητά κι εκείνη ταίρι, ο Φάρελ και η Βάις ανταποκρίνονται περίφημα στο παιχνίδι ανάμεσα στον νατουραλισμό που γνωρίζουν καλά και σε μια προσεκτική κατάδυση στο απάνθρωπο παράλογο, χωρίς να χρειάζεται να επινοήσουν ακραίες ερμηνευτικές λύσεις. Το πιο ενδιαφέρον σημείο των ρόλων τους είναι η αόρατη ζώνη ανάμεσα στις επιθυμίες και στις συνέπειές τους.


Η ταινία είναι ένα σατιρικό, σουρεαλιστικό ρομάντσο με οξυδέρκεια στην παρατήρηση της ανθρώπινης ψυχής και το μαύρο χιούμορ σε φουλ φόρμα από τον μόνιμο σεναριογράφου του Λάνθιμου, Ευθύμη Φιλίππου, γύρω από την άτσαλη συμπεριφορά των αμήχανων τροφίμων του ζωολογικού κήπου που έχει πάρει το σχήμα του ξενοδοχείου και των γελοίων επιτηρητών τους. Ο Λάνθιμος το υποστήριξε με αυτοπεποίθηση και πλαστικότητα, δημιουργώντας μια απολυταρχία χωρίς τρελούς δικτάτορες και ειδικά εφέ, μια άθεη και απρόσωπη κοινωνία σε ειδυλλιακό φυσικό τοπίο, όπου η απειλή υφέρπει με αφύσικους τροπισμούς (με τη βιολογική και τη λογοτεχνική έννοια) σαν ένα καθαρόαιμο auteur θρίλερ, με πινελιές παραλογισμού στην αρχή, ρομαντική στροφή στο δεύτερο μέρος, παράδοξες λεπτομέρειες σε όλη τη διάρκεια και ανοιχτό φινάλε, που, όπως και στον Κυνόδοντα, υπονοεί σαφώς την αμφίσημη νίκη της επώδυνης επιλογής έναντι της δεσποτικής οργάνωσης. Στο μεταξύ, ο Λάνθιμος έχει προλάβει, για πρώτη φορά στη φιλμογραφία του, να εμπλακεί και στο θέμα, εκτός από το να παρατηρεί σχολαστικά τους χαρακτήρες που συνήθως προσπαθούν να δραπετεύσουν.