Υπάρχουν ζωές που μοιάζουν αδύνατες ακόμη και όταν έχουν συμβεί. Η ζωή της Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις είναι μία από αυτές. Στα 100 της πια, η Γερμανοεβραία τσελίστρια που επέζησε από το Άουσβιτς και το Μπέργκεν-Μπέλζεν βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο με αφορμή τη νέα έκδοση του βιβλίου της Inherit the Truth: The Cellist of Auschwitz.
Το βάρος της ιστορίας της δεν βρίσκεται μόνο στο ότι επέζησε, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο τα κατάφερε. Η Λάσκερ-Βάλφις μεταφέρθηκε στο Άουσβιτς τον Δεκέμβριο του 1943 και βρέθηκε να παίζει τσέλο στην ορχήστρα των γυναικών του στρατοπέδου, υπό τη διεύθυνση της Άλμα Ροζέ. Η μουσική, που στον έξω κόσμο σημαίνει παιδεία, ομορφιά ή παρηγοριά, εκεί γινόταν μέρος της ίδιας της μηχανής του τρόμου. Στη ραδιοφωνική μαρτυρία που έδωσε στο BBC μία μέρα μετά την απελευθέρωση, το είπε με απόλυτη καθαρότητα: «η μουσική παιζόταν για τα πιο τρομερά πράγματα».
Εκεί αρχίζει και η πιο δύσκολη αλήθεια αυτής της ζωής. Στο Άουσβιτς η μουσική δεν λειτούργησε ως εξαγνιστική δύναμη, αλλά ως κάτι πολύ διπλό και άβολο. Της έσωσε τη ζωή, επειδή το στρατόπεδο χρειαζόταν μια τσελίστρια. Την ίδια στιγμή, όμως, ήταν δεμένη με τη βία, τις πορείες, τις αφίξεις και τη διοίκηση του στρατοπέδου, με μια καθημερινότητα όπου η τέχνη δεν λύτρωνε, αλλά γινόταν εργαλείο εξουσίας. Η αντίφαση αυτή είναι που κάνει την ιστορία της Λάσκερ-Βάλφις κάτι πολύ περισσότερο από ένα χρονικό επιβίωσης.
Μετά το Άουσβιτς ήρθε το Μπέργκεν-Μπέλζεν. Η απελευθέρωση του στρατοπέδου έγινε στις 15 Απριλίου 1945 από βρετανικές δυνάμεις, και η ίδια θυμόταν ότι δεν μπορούσε να πιστέψει πως όσα έβλεπε ήταν αληθινά. Την επόμενη μέρα μίλησε στο BBC ως «Anita Lasker, a German Jew», περιγράφοντας δημόσια όσα είχε δει, σε μια εποχή που ο κόσμος ακόμη δεν είχε καταλάβει πλήρως το μέγεθος αυτού που είχε συμβεί.
Και ύστερα, μέσα σε αυτό το μεταπολεμικό τοπίο της φρίκης, συνέβη κάτι σχεδόν αδιανόητο. Τον Ιούλιο του 1945, στο καταυλισμό εκτοπισμένων που είχε δημιουργηθεί στο Μπέργκεν-Μπέλζεν μετά την απελευθέρωση, η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις άκουσε τον Γεχούντι Μενουχίν να δίνει συναυλία, με πιανίστα τον νεαρό τότε Μπέντζαμιν Μπρίτεν. Η ίδια έγραψε σε γράμμα της ότι ήταν «μια υπέροχη βραδιά». Σχεδόν δεν χωράει ο νους τη σκηνή: ένας τόπος που μόλις είχε βγει από την ακραία απανθρωπιά να ακούει ξανά Μπαχ, Μπετόβεν, Μέντελσον και Ντεμπισί. Και η γυναίκα που κάποτε έπαιζε μουσική επειδή από αυτό εξαρτιόταν η ζωή της, να βρίσκεται εκεί ως ακροάτρια μιας μεταπολεμικής Ευρώπης που προσπαθούσε να ξαναγίνει ανθρώπινη.
Η Λάσκερ-Βάλφις δεν μένει στη μνήμη σαν σύμβολο, αλλά σαν άνθρωπος. Η φωνή της παραμένει κοφτή, διαυγής, χωρίς ίχνος αυτοθυματοποίησης. Θυμάται, για παράδειγμα, πως εντυπωσιάστηκε περισσότερο από τον διακριτικό πιανίστα παρά από τον ήδη θρυλικό Μενουχίν, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσει αργότερα ότι εκείνος ο συνοδός ήταν ο Μπρίτεν. Χρόνια μετά, έπαιξε μαζί του στο πλαίσιο της English Chamber Orchestra, την οποία είχε βοηθήσει να ιδρυθεί το 1948. Η ζωή της δεν σταμάτησε στην επιβίωση. Βρήκε τρόπο να συνεχιστεί μέσα στη μουσική.
Αυτό είναι ίσως το πιο σπάνιο στοιχείο της ιστορίας της. Οχι μόνο το ότι σώθηκε, αλλά το ότι έζησε αρκετά ώστε να μετατρέψει τη σωτηρία σε έργο μνήμης. Το βιβλίο της, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1996 και επανεκδίδεται τώρα από τη Faber, δεν λειτουργεί απλώς ως προσωπική αφήγηση. Είναι ένα ντοκουμέντο που ενώνει την οικογενειακή καταστροφή, τα στρατόπεδα, τη μεταπολεμική Βρετανία, τη μουσική ζωή της και την αργή, δύσκολη επιμονή της αλήθειας απέναντι στον χρόνο.
Στα 100 της, η Ανίτα Λάσκερ-Βάλφις δεν αντιπροσωπεύει μόνο μια μαρτυρία του παρελθόντος. Αντιπροσωπεύει και κάτι πιο άβολο για το παρόν: την υποχρέωση να θυμόμαστε χωρίς να εξημερώνουμε.
Οχι να κάνουμε την ιστορία της ένα ευγενικό μνημείο για «τη δύναμη της τέχνης», αλλά να αντέξουμε το γεγονός ότι η μουσική υπήρξε ταυτόχρονα και σανίδα σωτηρίας και μέρος της κόλασης.
Με στοιχεία από The Observer και Faber